Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομού

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

(ΑΜ ὁμοῡ, Α αιολ. τ. ὔμοι)
επίρρ.
1. στον ίδιο τόπο, μαζί, αντάμαἦσαν ὁμοῡ Σίμων Πέτρος καὶ Θωμᾱς... καὶ Ναθαναήλ», ΚΔ)
2. μαζί, συγχρόνως, ταυτοχρόνως, εκ παραλλήλου («παρῆν ὁμοῡ κλύειν πολλὴν βοήν», Αισχύλ.)
αρχ.
1. πλησίον, κοντά («ὁρῶ τάλαιναν Εὐρυδίκην ὁμοῡ», Σοφ.)
2. (με δοτ.) α) μαζί με... («ὁμοῡ νεκύεσσι», Ομ. Ιλ.)
β) εγγύτατα, πλησιέστατα («ὁμοῡ τῷ θανάτῳ ὄντας», Αιλ.)
3. (για ποσό) εν όλω, στο σύνολο, με στρογγυλό αριθμό («εἰσὶν ὁμοῡ δισμύριοι πάντες Ἀθηναῑοι», Δημοσθ.)
4. φρ. «ὁμοῡ καί» — ακριβώς όπως.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὁμός + επιρρμ. κατάλ. -οῦ (πρβλ. μηδαμ-ού)].