Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πέψη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η / πέψις, -εως, ΝΜΑ πέσσω
ο μετασχηματισμός τών τροφών σε απλές χημικές ουσίες, ικανές να διεισδύσουν στο εσωτερικό περιβάλλον, δηλαδή στο αίμα ή στη λέμφο ενός οργανισμού
αρχ.
1. η ωρίμαση, το να γίνουν οι καρποί μαλακότεροι, κυρίως με την επίδραση του ήλιου και της θερμότητας («α. πέττει δ' ἡ θερμότης», Αριστοτ
β. «πέπανσίς ἐστι πέψις τις», Θεόφρ.)
2. το μαγείρεμα της τροφής
3. (για κρασί) η ζύμωση
4. ιατρ. α) η πράυνση τών χυμών, το να μαλακώνουν οι δριμείς χυμοί και να εκκρίνονται
β) η έκκριση ως λειτουργία ωρίμασης του οργανισμού
5. μτφ. η κατανόηση, το να καταλάβει κανείς κάτι.