Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πανούργος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-α, -ο / πανοῡργος, -ον, ΝΜΑ
(ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που είναι ικανός να διαπράξει κάθε είδους απάτη ή μοχθηρή πράξη, πονηρός, δόλιος, απατεώνας (α. «βλέπει ο θεός και αστράπτει διά τους πανούργους», Κάλβ.
β. «ζημιουμένου ἀκολάστου πανουργότερος γίνεται ὁ ἄκακος», ΠΔ)
αρχ.
1. (με διφορούμενη κακή σημ.) επιτήδειος, εφευρετικός, ευφυής, έξυπνος, διορατικός, τετραπέρατος («πάντων τῶν ζῷων... ἄνθρωπος... δοκοῡν εἶναι πανουργότατον», Πολ.)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ πανοῡργα
οι πανούργοι κατά το είδος, οι πονηροί άνθρωποι
3. το ουδ. εν. ως ουσ. τὸ πανούργον
η πανουργία.
επίρρ...
πανούργως Α
1. με δόλιο τρόπο, με απάτη, με πονηρία
2. με επιτηδειότητα, με εξυπνάδα
3. με νοθείαπέπερι πανούργως κατασκευαζόμενον», Γαλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. εκ συναρπαγής από τη φρ. πᾶν ἔργον (ποιῶν), κατά το κακοῦργος (βλ. και λ. κακούργος)].