Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πανοῦργος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: πᾰνουργος Medium diacritics: πανοῦργος Low diacritics: πανούργος Capitals: ΠΑΝΟΥΡΓΟΣ
Transliteration A: panoûrgos Transliteration B: panourgos Transliteration C: panoyrgos Beta Code: pa/nourgos

English (LSJ)

(properisp.), ον,

   A ready to do anything, wicked, knavish, A.Ch.384, E.Alc.766, Ar.Eq.250, 450, al.: Sup., opp. εὐηθέστερος, Lys.3.44: as Subst., knave, rogue, E.Hipp.1400, Ar.Eq.249, al.; ὦ πανοῦργε E.Hec.1257, Ar.Ach.311; τὰ π. the knavish sort, S.Ph.448; τὸ π., = πανουργία, Id.El.1507: Comp. -ότερος LXX Pr.21.11; -έστερος Plu.2.395c: Sup. -ότατος Ar.Eq.45, Lys. l.c.    2 Adv. -γως Ar.Eq.317, Pl.Sph.239c: Sup. -ότατα Ar.Eq.56.    b πανούργως κατασκευάζεσθαι to be adulterated, Gal.14.54.    3 of animals, as the fox, Arist.HA488b20, cf. 613b23.    II in a less positively bad sense, cunning, clever, smart, π. καὶ δεινός D. 1.3, cf. Pl.Tht.177a, Arist.EN1144a28; π. τε καὶ σοφός Pl.R.409c; κομψὸς καὶ π. Plu. 2.28a: Sup., Plb.5.75.2. Adv. -γως, π. καὶ ὑποκριτικῶς λέγειν τὰ ἔπη Ath.9.407a.

German (Pape)

[Seite 461] eigtl. Alles zu thun im Stande; im guten Sinne, zu jedem Geschäfte tüchtig, geschickt, gewandt, wie Arist. eth. 6, 12 sagt διὸ καὶ τοὺς φρονίμους δεινοὺς καὶ πανούργους φαμὲν εἶναι; vgl. Schol. Ar. Ran. 35; – gew. aber im bösen Sinne, listig, schlau, betrügerisch; βροτῶν τλήμονι καὶ πανούργῳ χειρί, Aesch. Ch. 278; τὸ πανοῦργον, Soph. El. 1057, wie τὰ πανοῦργα καὶ παλιντριβῆ Phil. 448; πανοῦργον κλῶπα, Eur. Alc. 769, öfter; δοῦλον πανουργότατον καὶ διαβολώτατον, Ar. Equ. 45; ὁ πολλὰ αὐτὸς ἠδικηκὼς καὶ πανοῦργός τε καὶ σοφὸς οἰόμενος εἶναι, Plat. Rep. III, 409 c, καὶ δεινοί, Theaet. 177 a; Folgde, von Thieren, wie vom Fuchs, Arist. H. A. 1, 1: Ael. V. H. 1, 5. – Den unregelmäßigen compar. πανουργέστερος, wie von πανουργής, hat Plut. de Pyth. orac. u. A. – Adv. πανούργως, Ar. Equ. 317 Plat. Soph. 239 c u. Sp.; πανουργότατα, Ar. Equ. 56.

Greek (Liddell-Scott)

πᾰνοῦργος: -ον, ὁ τὰ πάντα ἔτοιμος νὰ πράξη, πονηρός, μοχθηρός, δόλιος, ἀπατεών, Αἰσχύλ. Χο. 383, Εὐρ. Ἄλκ. 766, κτλ., καὶ συχν. παρ’ Ἀριστοφ.· ἀντίθετον τῷ εὐήθης, Λυσί. 100. 17· - ὡς οὐσιαστ., ἄνθρωπος δόλιος, ἀπατεών, Εὐρ. Ἱππ. 1400, Ἀριστοφ. Ἱππ. 249, κ. ἀλλ.· ὧ πανοῦργε Εὐρ. Ἑκ. 1257, Ἀριστοφ. Ἀχ. 311· οὕτω, τὰ πανοῦργα, οἱ πανοῦργοι τὸ εἶδος, Σοφ. Φιλ. 448· τὸ πανοῦργον, = πανουργία, ὁ αὐτ. ἐν Ἠλ. 1507· - συγκρ. -ότερος, Ἑβδ.· -έστερος, Πλούτ. 2. 395D· ὑπερθ. -ότατος, Ἀριστοφ. Ἱππ. 45. 2) Ἐπίρρ. -γως, αὐτόθι 317, Πλάτ. Σοφιστ. 239C· ὑπερθ. -ότατα, Ἀριστοφ. Ἱππ. 56. 3) ἐπὶ ζῴων, οἷον τῆς ἀλώπεκος, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 1. 1, 33, πρβλ. 9. 8, 4. ΙΙ. ἐπὶ σημασίας ἧττον κακῆς, «πονηρός», εὐφυής, «ἔξυπνος», ἐπιτήδειος, ὡς τὸ δεινός, Δημ. 10. 2, Πολύβ. 5. 75, 2., 31. 20, 3, πρβλ. Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 6. 12, 9· συνημμένον μετὰ τοῦ δεινός. Πλάτ. Θεαίτ. 177Α· π. τε καὶ σοφὸς ὁ αὐτ. ἐν Πολ. 409C. κομψὸς καὶ π. Πλούτ. 2. 28Α· - Ἐπίρρ. -γως, Ἀθήν. 407Α. - Καθ’ Ἡσύχ.: «πανοῦργος· πάντα μανθάνων δόλιος, πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος». - Κατὰ Φώτ.: «πανοῦργος: ὁ πάντα ἐν πονηρίᾳ ἐργαζόμενος· λέγεται δὲ καὶ ὁ πάνυ φρόνιμος καὶ ὁ πάντα ἐπιστάμενος».

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
propr. apte à tout faire :
1 industrieux, adroit, actif;
2 en mauv. part fourbe, méchant, canaille ; τὸ πανοῦργον SOPH fourberie, méchanceté ; τὰ πανοῦργα SOPH les méchants;
Cp. πανουργέστερος, Sp. πανουργέστατος.
Étymologie: πᾶν, ἔργον.

English (Strong)

from πᾶς and ἔργον; all-working, i.e. adroit (shrewd): crafty.

English (Thayer)

πανοῦργον (πᾶς and ἘΠΤΩ equivalent to ἐργάζομαι; on the accent, see κακοῦργος), the Sept. for עָרוּם; skillful, clever, i. e.:
1. in a good sense, fit to undertake and accomplish anything, dexterous; wise, sagacious, skillful (Aristotle, Polybius, Plutarch, others; the Sept. crafty, cunning, knavish, treacherous, deceitful, (Tragg., Aristophanes, Plato, Plutarch, others; the Sept.; 2 Corinthians 12:16.

Greek Monolingual

-α, -ο / πανοῡργος, -ον, ΝΜΑ
(ως επίθ. και ως ουσ.) αυτός που είναι ικανός να διαπράξει κάθε είδους απάτη ή μοχθηρή πράξη, πονηρός, δόλιος, απατεώνας (α. «βλέπει ο θεός και αστράπτει διά τους πανούργους», Κάλβ.
β. «ζημιουμένου ἀκολάστου πανουργότερος γίνεται ὁ ἄκακος», ΠΔ)
αρχ.
1. (με διφορούμενη κακή σημ.) επιτήδειος, εφευρετικός, ευφυής, έξυπνος, διορατικός, τετραπέρατος («πάντων τῶν ζῷων... ἄνθρωπος... δοκοῡν εἶναι πανουργότατον», Πολ.)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ πανοῡργα
οι πανούργοι κατά το είδος, οι πονηροί άνθρωποι
3. το ουδ. εν. ως ουσ. τὸ πανούργον
η πανουργία.
επίρρ...
πανούργως Α
1. με δόλιο τρόπο, με απάτη, με πονηρία
2. με επιτηδειότητα, με εξυπνάδα
3. με νοθείαπέπερι πανούργως κατασκευαζόμενον», Γαλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. εκ συναρπαγής από τη φρ. πᾶν ἔργον (ποιῶν), κατά το κακοῦργος (βλ. και λ. κακούργος)].

Greek Monotonic

πᾰνοῦργος: -ον (*ἔργω
I. 1. αυτός που είναι έτοιμος να κάνει κάτι κακό, πανούργος, απατεώνας, σε Αισχύλ. κ.λπ.· ως ουσ., δόλιος, πανούργος, απατεώνας, σε Ευρ., Αριστοφ.· τὰ πανοῦργα, πανούργοι στο είδος, σε Σοφ.· αλλά επίσης = πανουργία, στον ίδ.· συγκρ. -ότερος, υπερθ. -ότατος, σε Αριστοφ.
2. επίρρ. -γως, υπερθ. -ότατα, στον ίδ.
II. με λιγότερο αρνητική σημασία, πονηρός, επιτήδειος, ευφυής, έξυπνος, σε Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

πανοῦργος:
1) неразборчивый в средствах, способный на все (π. τε καὶ σοφός Plat.; π. πάντως καὶ πάντοθεν πλεονεκτικός, sc. ἐστιν Arst.; κομψὸς καὶ π. Plut.);
2) хитрый, плутоватый, коварный (ἀλώπηξ Arst.): τὸ μὲν τῶν εὐηθεστέρων, τὸ δὲ τῶν πανουργοτάτων Lys. одно свойственно людям простодушным, а другое - отъявленным плутам.
II ὁ плут, мошенник Eur., Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πανοῦργος -ον [πᾶς, ἔργον] tot alles in staat:; παρὰ... τοῖς ἀνδράσιν νενομίσμεθα εἶναι πανοῦργοι bij de mannen staan wij bekend als tot alles in staat Aristoph. Lys. 12; πανοῦργος καὶ δεινός tot alles in staat en geducht Dem. 1.3; pos. handig, slim:; πανοῦργός τε καὶ σοφός handig en wijs Plat. Resp. 409c; meestal ongunstig doortrapt, schurkachtig, boosaardig:; πανοῦργος κλῶψ een doortrapte dief Eur. Alc. 766; subst. ὁ πανοῦργος schurk, boosdoener; n. subst. τὸ πανοῦργον misdaad; n. plur. subst. τὰ πανοῦργα misdadigers.

Middle Liddell

πᾰν-οῦργος, ον, [*ἔργω
I. ready to do anything wicked, knavish, villanous, Aesch., etc.:—as Subst. a knave, rogue, villain, Eur., Ar.; τὰ π. the knavish sort, Soph.; but also = πανουργία, Soph.:—comp. -ότερος, Sup. -ότατος, Ar.
2. adv. -γως, Sup. -ότατα, Ar.
II. in a less positively bad sense, cunning, crafty, clever, smart, Plat., etc.

Chinese

原文音譯:panoàrgoj 潘-烏而哥士
詞類次數:形容詞(1)
原文字根:每一-行為(著)
字義溯源:無所不為的,詭詐的,狡滑的,狡詐的;由(πᾶς)*=眾人)與(ἔργον)=行為)組成;而 (ἔργον)出自(ἔργον)X*=工作)。參讀 (πανουργία)同源字
出現次數:總共(1);林後(1)
譯字彙編
1) 詭詐(1) 林後12:16