Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απάτη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM ἀπάτη)
1. το να μεταχειρίζεται κανείς για δική του ωφέλεια ψεύδος ή δόλο βλάπτοντας τους άλλους, ξεγέλασμα, δολοπλοκία
2. δολιότητα, πανουργία
νεοελλ.
1. το να απατάται κάποιος, να κάνει λάθοςοπτική απάτη»)
2. έγκλημα που στρέφεται κατά περιουσιακών δικαιωμάτων
αρχ.
1. το να περνά κανείς ευχάριστα τον καιρό του, η διασκέδαση
2. προσωποπ. η Απάτη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Από τις διάφορες ερμηνείες που έχουν προταθεί, ο συσχετισμός της λ. με το ηπεροπεύς «απατεών, δόλιος» είναι και μορφολογικά δυνατός και σημασιολογικά αντίστοιχος. Ο τύπος αυτός οδηγεί σε θέμα σε ρ, ν (άπαρ, άπνος), το οποίο ανάγεται σε αρχικό τ. απ -ν -τά. Η σύνδεση με α- στερ. + πατέω, πόντος «τόπος χωρίς δρόμο, πλάνη» δεν είναι ικανοποιητική. Ο χωρισμός της λ. ως απ-άτη δεν δικαιολογεί την ταύτιση του β' συνθ. με τον τ. άτη, λόγω της μακρότητας του α- της λ. άτη. Οι περαιτέρω συσχετισμοί της λ. απάτη με το ιάπτω, ίπτομαι, αρχ. ινδ. aka- «οίκτος, πόνος», δεν θεωρούνται βάσιμοι. Ευρύτατη είναι η χρήση της στον Όμηρο και στην Ιωνική-Αττική με κύρια σημασία «πλάνη» και σπανιότερα «δόλος, τέχνασμα». Προσωποποιημένη απαντά στον Ησίοδο, ενώ από την ελληνιστική έννοιά της «ονειροπόλημα» προήλθε η σημασία «διασκέδαση, ευχαρίστηση».
ΠΑΡ. απατεώνας (-εών), απατηλός, απατώ
αρχ.
απατεύω, απατήλιος.
ΣΥΝΘ. αρχ. εξαπάτη
νεοελλ.
αυταπάτη, μικροαπάτη, ναυταπάτη οφθαλμαπάτη].