Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραμερίζω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

παράμερα
1. απομακρύνω κάτι από τη μέση, θέτω παράμερα
2. αποσύρομαι από τη μέση, κάνω στην άκρη κάνω τόπο σε κάποιον για να περάσει ή να καθήσει («παραμέρισε για να περάσω»)
3. μτφ. α) υποσκελίζω, παραγκωνίζω
β) αγνοώ ηθελημένα.