Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πατημασιά

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και πατησιά, η
ίχνος, αχνάρι από πόδι ανθρώπου ή ζώου («οι πατημασιές στο χιόνι οδήγησαν τους κυνηγούς στη φωλιά της αρκούδας»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < πάτημα + κατάλ. -σιά, ενώ ο τ. πατησιά < πατώ + κατάλ. -σιά (πρβλ. περπατη-σιά)].