Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ίχνος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

το (AM ἴχνος)
1. το αποτύπωμα του ποδιού στο έδαφος, πατημασιά, χνάρι
2. κάθε σημάδι, αποτύπωμα ή άλλη ένδειξη που αφήνει κάποιο αντικείμενο («ίχνη τροχών»)
3. μτφ. για αφηρημένες έννοιες) υπόλειμμα, λείψανο, απομεινάρι (α. «ίχνη πανάρχαιου πολιτισμού» β. «δεν έχει ίχνος φιλοτιμίας»)
νεοελλ.
1. μικρό σημάδι ή άλλο στοιχείο που υποθοηθεί στην ανακάλυψη του δράστη
2. λίγη, ελάχιστη ποσότητα που δεν μπορεί να υπολογιστεί ακριβώς («ίχνη σακχάρου»)
3. φρ. «βαδίζω στα ίχνη κάποιου» — μιμούμαι κάποιον
μσν.
μέτρο μήκους
αρχ.
1. (μτφ., για πνευματική ενέργεια) κατεύθυνση, τρόπος («τοῖς στοιχοῡσι τοῑς ἴχνεσι τῆς πίστεως», ΚΔ)
2. (ποιητ.) πόδι, κνήμη
3. (ειδικά) το τραχύ πέλμα του ποδιού
4. πέλμα υποδήματος
5. πάπ. υπόδημα
6. πάπ. μονοπάτι, ατραπός
7. απεικόνιση αποτυπώματος ποδιού ή άλλου μέρους του σώματος ως ανάθημα που φανερώνει την παρουσία θεών
8. φρ. α) «λεπτὸν ἴχνος ἀρβύλης τίθετε» — βαδίζετε ήσυχα, ελαφρά, ν' αφήνετε λεπτό το πάτημα του παπουτσιού σας
β) «ἴχνους προσάπτεσθαι» — να ακολουθεί από κοντά
γ) «τὰ ἴχνη τῶν χειρῶν» — οι παλάμες τών χεριών
δ) «ἴχνος ἀνθρώπινον» — μέτρο μήκους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η σύνδεση της λ. ἴχνος με το ρ. οἴχομαι δεν αποδεικνύεται. Ο τ. ἴχ-νος εμφανίζει το επίθημα -νος, σχηματιστικό ουσιαστικών ουδ. γένους (πρβλ. κτή-νος, σμή-νος).
ΠΑΡ. ιχνεύω
αρχ.
ιχναίος, ίχνιον
νεοελλ.
ιχνάριο(ν).
ΣΥΝΘ. ιχνηλάτης
αρχ.
ιχνοβάτης, ιχνοβλαβής, ιχνοπέδη, ιχνοποιώ, ιχνοσκοπώ
αρχ.-μσν.
ιχνολογώ, ιχνοπατώ
μσν.
ιχνομυθώ, ιχνόποδον, ιχνοποδοπατώ, ιχνόποδος
νεοελλ.
ιχνογραφείο, ιχνογράφος].