Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πειστέον

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πειστέον Medium diacritics: πειστέον Low diacritics: πειστέον Capitals: ΠΕΙΣΤΕΟΝ
Transliteration A: peistéon Transliteration B: peisteon Transliteration C: peisteon Beta Code: peiste/on

English (LSJ)

(πείθω)

   A one must persuade, Pl.R.421c.    II (Pass.) one must obey, S.OT1516, E.Hipp. 1182, Pl.Ap.19a.    2 one must believe, Id.R.365e, Ph.1.135, Agath.2.25.

Greek (Liddell-Scott)

πειστέον: ῥηματ. ἐπίθετ. τοῦ πείθω, δεῖ πείθειν, Πλάτ. Πολ. 421C. ΙΙ. (ἐκ τοῦ παθ.) δεῖ πείθεσθαι, Σοφ. Ο. τ. 1516, Εὐρ. Ἱππ. 1182, Πλάτ. Πολ. 365Ε.

Greek Monotonic

πειστέον: ρημ. επίθ. του πείθω,
I. αυτός που πρέπει να πειστεί, σε Πλάτ.
II. (από Παθ.), αυτός που πρέπει να υπακούσει, σε Σοφ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

πειστέον: adj. verb. к πείθω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πειστέον, adj. verb van πείθω en πείθομαι men moet overtuigen. men moet gehoorzamen, men moet geloven.