Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πηδαλιούχος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

ο, / πηδαλιοῡχος, ΝΜΑ
1. αυτός που χειρίζεται το πηδάλιο και κατευθύνει το σκάφος
2. μτφ. (για τον θεό) ο κυβερνήτης, ο παντοκράτορας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πηδάλιον + -ούχος].