Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πλαγιόκαρπος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: πλᾰγιόκαρπος Medium diacritics: πλαγιόκαρπος Low diacritics: πλαγιόκαρπος Capitals: ΠΛΑΓΙΟΚΑΡΠΟΣ
Transliteration A: plagiókarpos Transliteration B: plagiokarpos Transliteration C: plagiokarpos Beta Code: plagio/karpos

English (LSJ)

ον,

   A having fruit at the sides, Thphr. HP1.14.2,3.18.12.

German (Pape)

[Seite 623] mit Früchten auf den Seiten, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

πλᾰγιόκαρπος: -ον, ὁ ἔχων καρπὸν κατὰ τὰ πλάγια, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 14, 2.

Greek Monolingual

-ον, Α
(για φυτό) αυτός που έχει καρπό στα πλάγια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πλάγιος + καρπός (πρβλ. λεπτό-καρπος, ολιγό-καρπος)].