Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πνευμονία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πνευμονία Medium diacritics: πνευμονία Low diacritics: πνευμονία Capitals: ΠΝΕΥΜΟΝΙΑ
Transliteration A: pneumonía Transliteration B: pneumonia Transliteration C: pnevmonia Beta Code: pneumoni/a

English (LSJ)

   A v. πλευμονία.

German (Pape)

[Seite 640] ἡ, att. für πλευμονία, Lungensucht, Plut. qu. nat. 26 u. Medic.

Greek (Liddell-Scott)

πνευμονία: ἡ, περιπνευμονία, Πλούτ. 2, 918D.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
pneumonie, maladie du poumon.
Étymologie: πνεύμων.

Greek Monolingual

η / πλευμονία, ΝΜΑ, και πλεμονία Ν πνεύμων / πλεύμων, -ονος]
ιατρ.
1. φλεγμονή και πύκνωση του πνευμονικού ιστού ως αποτέλεσμα λοιμώξεως, εισπνοής ξένων σωματιδίων ή επιδράσεως ακτινοβολίας
2. (κτην.) τυχαία παρασιτική ιογενής ή βακτηριακή φλεγμονή τών πνευμόνων ενός ζώου (α. «ενζωοτική πνευμονία του χοίρου» — μεταδοτική νόσος που προκαλείται από το είδος Mycoplasma hyopneumoniae
β. «ιογενής πνευμονία του μοσχαριού» — πολύ μεταδοτική ζωονόσος που προκαλείται από ιούς,της οποίας όμως η σοβαρότητα εξαρτάται από τα βακτήρια της δευτερογενούς μόλυνσης).

Russian (Dvoretsky)

πνευμονία: ἡ легочная болезнь Plut.