Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πρωτόχρονος

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Full diacritics: πρωτόχρονος Medium diacritics: πρωτόχρονος Low diacritics: πρωτόχρονος Capitals: ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΟΣ
Transliteration A: prōtóchronos Transliteration B: prōtochronos Transliteration C: protochronos Beta Code: prwto/xronos

English (LSJ)

ον,=

   A primaevus, Gloss.

German (Pape)

[Seite 807] in od. aus der ersten, ältesten Zeit, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

πρωτόχρονος: -ον, ὁ ἀπὸ τῶν πρώτων χρόνων, ἀρχαιότατος, πανάρχαιος, Λατ. primaevus, Φιλῆς π. Ζ. Ἰδιοτ.

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που βρίσκεται στην αρχή της νιότης του, στην ακμή της εφηβικής ηλικίας, ο πρώθηβος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < πρωτ(ο)- + χρόνος (πρβλ. πολύ-χρονος)].