Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ροδάνι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το, Ν
1. εργαλείο με το οποίο τυλίγεται το νήμα της ανέμης στα μασούρια
2. φρ. «η γλώσσα της πάει ροδάνι» — είναι πάρα πολύ φλύαρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥοδάνη «στριμμένη κλωστή, υφάδι», με αλλαγή γένους, κατά τα καλάμι, μασούρι].