Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ροδάνι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το, Ν
1. εργαλείο με το οποίο τυλίγεται το νήμα της ανέμης στα μασούρια
2. φρ. «η γλώσσα της πάει ροδάνι» — είναι πάρα πολύ φλύαρη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ῥοδάνη «στριμμένη κλωστή, υφάδι», με αλλαγή γένους, κατά τα καλάμι, μασούρι].