Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σιαίνω

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: σῐαίνω Medium diacritics: σιαίνω Low diacritics: σιαίνω Capitals: ΣΙΑΙΝΩ
Transliteration A: siaínō Transliteration B: siainō Transliteration C: siaino Beta Code: siai/nw

English (LSJ)

   A cause loathing or disgust to a person, c. acc., Sch.Luc. DMort.20.9:—Pass. with aor. ἐσιάνθην, feel loathing, Gloss., Hsch. s.v. ἀπεκάκησεν; σιαίνεται· αἰτιατικῇ, Suid.; τὸ λάχανον ὅδε σαπρόν ἐστι καὶ σιαίνομε (sic) POxy.1849.2 (vi/vii A.D.).

German (Pape)

[Seite 877] späte, verderbte Form statt σικχαίνω, Valck. opusc. II p. 247.

Greek (Liddell-Scott)

σιαίνω: σικχαίρω, προξενῶ ἀηδίαν εἴς τινα, μετ’ αἰτ., Σχόλ. εἰς Λουκ. Νεκρ. Διαλ. 10. 9. ― Παθητ., ἀόρ. ἐσιάνθην, «ἐσιχάθηκα», Ἡσύχ. καὶ Ἐκκλ. ― Πρβλ. Λουκ. Ἑρμότ., ἔνθ’ ἀνωτ.

Greek Monolingual

ΜΑ
μσν.
ενοχλώ κάποιον
αρχ.
προκαλώ αηδία ή βδελυγμία σε κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σίαλον «σάλιο» κατά το ρ. σικχαίνω «σιχαίνομαι»].