Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκληρόστομος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: σκληρόστομος Medium diacritics: σκληρόστομος Low diacritics: σκληρόστομος Capitals: ΣΚΛΗΡΟΣΤΟΜΟΣ
Transliteration A: sklēróstomos Transliteration B: sklērostomos Transliteration C: sklirostomos Beta Code: sklhro/stomos

English (LSJ)

ον,

   A hard-mouthed, of horses, Poll.1.197, Sch.S.El.724.    II hard to pronounce, σῖγμα Aristox. ap. Ath.11.467a.

German (Pape)

[Seite 901] 1) hartmäulig, eigtl. vom Pferde, dah. unbändig, widerspenstig. – 2) vou harter Aussprache, hart od. schwer auszusprechen, σίγμα Aristox. bei Ath. XI, 467 b; Schol. Soph. El. 724.

Greek (Liddell-Scott)

σκληρόστομος: -ον, ὁ ἔχων σκληρὸν στόμα, δυσπειθής, δυσήνιος, ἐπὶ ἵππων, Πολυδ. Α΄, 197. ΙΙ. ὃν δυσκόλως προφέρει τις, σῖγμα Ἀριστόξ. παρ’ Ἀθην. 467Β.

Greek Monolingual

-η, -ο / σκληρόστομος, -ον, ΝΑ
1. αυτός που έχει σκληρό στόμα
2. (για φθόγγο) αυτός τον οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να προφέρει, δυσκολοπρόφερτος
αρχ.
μτφ. (για άλογο) ατίθασος, απείθαρχος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σκληρός + -στομος (< στόμα), πρβλ. αὐθαδό-στομος].