Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σκληρός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: σκληρός Medium diacritics: σκληρός Low diacritics: σκληρός Capitals: ΣΚΛΗΡΟΣ
Transliteration A: sklērós Transliteration B: sklēros Transliteration C: skliros Beta Code: sklhro/s

English (LSJ)

ά, όν, also Dor., Pi.O.7.29, Epich.[288], hyperdor. σκλᾱρός Ti.Locr.104c:—

   A hard, opp. μαλακός in all senses:    I hard to the touch, ξύλον σ. ἢ μαλακόν Thgn.1194; ἐλαία Pi.l.c.; γῆ A.Pers.319, cf. X.Oec.16.11; κοίτη Pl.Lg.942d, etc.    2 of sound, harsh, σκληρὸν ἐβρόντησε Hes.Th.839; βρονταί Hdt.8.12; ἡ φωνὴ σκληροτέρα Arist.Aud.801b38, al.    3 of taste and smell, harsh, bitter, σ. ὕδατα (springing from a rocky soil) Hp.Aër.1; so σκληρότατος ἀὴρ καὶ τόπος Plb.4.21.5; of wine, dry, Ar.Fr.579, Dsc. Alex.Praef.; ὀσμαί Thphr.CP6.14.12 (Comp.): metaph., σ. φράσις D.H.Pomp.2.    4 stiff, unyielding, opp. ὑγρός (lithe and supple), τιτθία σ. καὶ κυδώνια Ar.Ach.1199; σκληρότεροι μαστοί Arist.PA688a27; σκέλη X.Eq.1.6; τί τὸ ὑγρὸν τοῦ χαλινοῦ καὶ τί τὸ σ. ib.10.10; of the hair (cf. σκληρόθριξ), Arist.HA517b11 (Comp.), al.; σ. δέρμα, σάρξ, Id.PA665a2, Phgn.806b22, etc.; of persons, Pl.Tht.162b, Smp.196a, Plu.Ages.13, Luc.Salt.21; of dogs, X.Cyn.3.2; τράχηλος ib.5.30; οἱ τὸ σῶμα σ. Arist.Pr.873a34, al.    5 κοιλίη σ. costive, Hp.Aph. 3.25, cf. Arist.PA670b9.    6 of light, strong, ἐν σ. αὐγῇ ἢ μαλακῇ Id.Col.793b17.    7 of a wind, strong, Ep.Jac.3.4, Poll.1.110, Ael.NA9.57.    II metaph.,    1 of things, hard, austere, μὴ τὰ μαλακὰ μῶσο, μὴ τὰ σ. ἔχῃς Epich. l.c.; τροφή S.OC1615; δίαιται E.Fr.525.5; βίος Men.522; τὰ σ. hard words, S.OC1406; σ. συμφοραί E.Fr.684.3; σκληρὰ μαλθακῶς λέγων S.OC774; τόνος ἀπηνὴς καὶ σ. Plu.Phoc.2; τὸ σ. = σκληρότης, ἡ δίαιτα . . ὑπερβάλλει ἐπὶ τὸ σ. Arist.Pol.1270b33.    2 of persons, harsh, austere, cruel, stubborn, S.Fr.24.7, Pl.Tht.155e, Ti.Locr. l.c.; σ. ἀοιδός, of the Sphinx, S.OT36; σ. γὰρ αἰεί E.Alc.500; ὦ σ. δαῖμον Ar.Nu. 1264; τοὺς τρόπους σκληρός Id.Pax350; ἄγροικοι καὶ σ. Arist.EN1128a9; σ. ψυχή S.Aj.1361, Tr.1260(anap.); σ. ἄγαν φρονήματα Id.Ant.473; ἦθος Pl.Smp.195e; σ. θράσος stubborn courage, E.Andr.261.    III Adv., -ρῶς καθῆσθαι, i.e. on a hard seat, Ar.Eq.783; εὐνάζεσθαι X. Cyn.12.2.    2 hardly, with difficulty, E.Fr.282.9.    3 harshly, obstinately, σ. διαμάχεσθαι Pl.Lg.629a; ἀπειλεῖν ib.885d; τὰ μαλακὰ σ. καὶ τὰ σκληρὰ μαλακῶς λέγειν Arist.Rh.1408b9; σ. αὐλεῖν Id.Aud. 803a20. (Prob. cogn. with σκέλλω.)

German (Pape)

[Seite 901] ῖσκέλλωἱ, trocken, dürr, ἐλαία, Pind. Ol. 7, 29; spröde, hart, mager, γῆ, Aesch. Pers. 311; steif, σκέλος, im Ggstz von ὑγρός u. χαλαρός, Xen. Eq. 1, 6. 7, 6; Arist. probl. 30, 1; von der Stimme und vom Schall, dumpf, heiser, rauh, hohl, σκληρὸν ἐβρόντησε, Hes. Th. 839, wie σκληραὶ βρονταί Her. 8, 12; u. übertr.: σκληρᾶς ἀοιδοῦ, der grausamen Sphinx, Soph. O. R. 36; τὰ σκλήρ' ἄγαν φρονήματα, Ant. 469; ψυχή, Ai. 1340; σκληρὰ μαλθακῶς λέγων, O. C. 778; θράσος, Eur. Andr. 260, u. öfter; δαίμων, Ar. Nubb. 1246; σκληρὸς τοὺς τρόπους, Pax 350; σκληρῶς καθήμενος, Equitt. 780; καὶ αὐχμηρός, Plat. Conv. 203 c; Ggstz μαλακός Prot. 331 d, μαλθακός Conv. 195 d; καὶ ἀμετάστροφος, Crat. 407 d; ἦθος, ein harter, unbeugsamer Charakter, Conv. 195 e; Ggstz εὐηθικός, Charm. 175 d; σκληρῶς ἀπειλεῖν, Legg. X, 885 d; τὸ τῶν βίων σκληρόν, Pol. 4, 21, 1. – Vgl. σκληφρός.

Greek (Liddell-Scott)

σκληρός: -ά, -όν, Δωρικ. σκλᾱρὸς Τίμ. Λοκρ. 104C· (ἴδε ἐν τέλ.)· ― τραχύς, σκληρός, ἄκαμπτος, Λατ. durus, ἀντίθετον τῷ μαλακὸς ἐν πάσῃ σημασία: 1) τραχὺς εἰς τὴν ἁφήν, ξύλον σκληρὸν ἢ μαλακὸν Θέογν. 1194· ἐλαία Πινδ. Ο. 7. 53· γῆ Αἰσχύλ. Πέρσ. 319, πρβλ. Ξεν. Οἰκ. 16, 11· κοίτη Πλάτ. Νόμ. 942D, κτλ. 3) ἐπὶ ἤχου, τραχύς, βαρύς, βαθύς, κρατερός, σκληρὸν ἐβρόντησε Ἡσ. Θεογ. 839· σκλ. βρονταὶ Ἡρόδ. 8. 12· σκληροτέρα ἡ φωνὴ Ἀριστ. π. Ἀκουστ. 17, 27, κ. ἀλλ.· τόνος ἀπηνὴς καὶ σκ. Πλουτ. Φωκ. 2· πρβλ. αὖος, καὶ τὸ τοῦ Οὐεργιλ. aridus fragor. 3) ἐπὶ γεύσεως καὶ ὀσμῆς, τραχύς, δυσάρεστος, αὐστηρός, δριμύς, πνιγηρός, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ γλυκὺ καὶ εὐάρεστον, Λατ. asper, σκλ. ὕδατα (ἐκ πετρώδους ἐδάφους ἀναβλύζοντα) Ἱππ. π. Ἀέρ. 280· οὕτω, σκληρότατος ἀνὴρ καὶ τόπος Πολύβ. 4. 21, 5· ἄνεμος Πολυδ. Α΄, 110, πρβλ. Αἰλ. π. Ζ. 9. 57· ἐπὶ οἴνου, τραχύς, βαρύς, στυφός, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 563· ὀσμαὶ Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 6. 14, 12· μεταφορ., σκ. φράσις Διον. Ἁλ. πρ. Γναῖον Πομπ. 1. 2, 6. 4) τραχύς, ἄκαμπτος, μὴ ὑποχωρῶν εἰς πίεσιν, Λατ. rigidus, ἀντίθετον τῷ ὑγρὸς (μαλακός, εἰς πίεσιν ὑποχωρῶν), τιτθίων, σκλ. καὶ κυδώνια Ἀριστοφ. Ἀχ. 1199· σκληρότεροι μαστοὶ Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 4. 10, 33· σκέλη, χαλινὸς Ξεν. Ἱππ. 1, 5· τί τὸ ὑγρὸν τοῦ χαλινοῦ καὶ τί τὸ σκλ. αὐτόθι 10, 10· ἐπὶ τῆς κόμης (πρβλ. σκληρόθριξ), Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 3. 10, 4, κ. ἀλλ.· σκλ. δέρμα, σάρξ, κτλ., ὁ αὐτ. π. Ζ. Μορ. 3. 3, 14, κτλ.· ― ἐπὶ προσώπων, Πλάτ. Θεαίτ. 162Β· ἐπὶ κυνῶν, σκλ. τὰ εἴδη Ξεν. Κυν. 3, 2· τράχηλος αὐτόθι 5, 30· οἱ τὸ σῶμα σκληροὶ Ἀριστ. Προβλ. 3. 16, κ. ἀλλ. 5) κοιλία σκλ., δύσκολος, ἐμπεφραγμένη, Ἱππ. Ἀφορ. 1248, Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 3. 7, 15. 6) ἐπὶ παίδων, οἵτινες φαίνονται τὴν ἡλικίαν μεγαλείτεροι ἀφ’ ὅ,τι εἶναι, Πλουτ. Ἀγησ. 15, Λουκ. π. Ὀρχ. 21, πρβλ. Stallb. εἰς Πλάτ. Συμπ. 196Α. 7) ἐπὶ φωτὸς ἰσχυροῦ, ἐν σκληρᾷ αὐγῇ ἢ μαλακῇ Ἀριστ. π. Χρωμ. 3, 11. ΙΙ. μεταφορ., 1) ἐπὶ πραγμάτων, δύσκολος, μὴ τὰ μαλακὰ μῶσο, μὴ τὰ σκλ. ἔχῃς Ἐπίχ. 121 Ahr.· τροφὴ Σοφ. Ο. Κ. 1615· δίαιτα Εὐρ. Ἀποσπ. 529· ἀγωγαὶ Πλάτ. Νόμ. 645Α· βίος Μένανδρ. ἐν «Ψευδηρακλεῖ» 5· τὰ σκλ., δύσκολα ἔργα, σκληραγωγία, Σοφ. Ο. Κ. 1408, κτλ.· σκλ. συμφοραὶ Εὐρ. Ἀποσπ. 685· σκληρὰ μαλθακῶς λέγων Σοφ. Ο. Κ. 774· τὸ σκ. = σκληρότης, ἡ δίαιτα... ὑπερβάλλει ἐπὶ τὸ σκλ. Ἀριστ. Πολιτικ. 2. 9, 24. 2) ἐπὶ προσώπων, αὐστηρός, δύσκολος, τραχύς, σκληρός, ἰσχυρογνώμων, σκληροτράχηλος, Σοφ. Ἀποσπ. 19, Πλάτ. Θεαίτ. 155Ε, Τίμ. Λοκρ. ἔνθ’ ἀνωτ.· σκλ. ἀοιδός, ἐπὶ τῆς Σφιγγός, Σοφ. Ο. Τ. 36· σκλ. γὰρ ἀεὶ Εὐρ. Ἄλκ. 500· σκλ. δαίμων Ἀριστοφ. Νεφ. 1264· σκληρὸς τοὺς τρόπους ὁ αὐτ. ἐν Εἰρ. 350· ἄγριοι καὶ σκλ. Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 4. 8, 3· ― οὕτω, σκλ. ψυχὴ Σοφ. Αἴ. 1361, Τρ. 1260· σκλ. ἄγαν φρονήματα ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 473· ἦθος Πλάτ. Συμπ. 195Ε· σκλ. θράσος, θάρρος ἐπίμονον, Εὐρ. Ἀνδρ. 260· ― ἐπὶ ἀνέμου, ἰσχυρός, σφοδρός, Ἐπιστ. Ἰακώβ. γ΄, 4. ΙΙΙ. Ἐπίρρ., σκληρῶς καθῆσθαι, δηλ. ἐπὶ σκληροῦ καθίσματος, Ἀριστοφ. Ἱππ. 783· εὐνάζεσθαι Ξεν. Κυνηγ. 12, 2. 2) μετὰ δυσκολίας, Εὐρ. Ἀποσπ. 284. 9. 3) τραχύς, μετ’ ἐπιμονῆς καὶ ἰσχυρογνωμοσύνης, σκλ. διαμάχεσθαι Πλάτ. Νόμ. 629Α· ἀπειλεῖν αὐτόθι 885D· τὰ μαλακὰ σκλ. καὶ τὰ σκληρὰ μαλακῶς λέγειν Ἀριστ. Ρητ. 3. 7, 10· σκλ. αὐλεῖν ὁ αὐτ. π. Ἀκουστ. 48. (Ἡ ῥίζα φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ τοῦ σκέλλω, σκλῆναι, ἴδε ἐν λέξ. σκέλλω.

French (Bailly abrégé)

ά, όν :
I. au propre sec, dur, particul. :
1 dur au toucher;
2 sec, p. opp. à humide ὑγρός;
3 p. anal. ; en parl. d’un bruit : σκληραὶ βρονταί HDT coups de tonnerre secs;
4 rigide, raide (p. opp. à souple, moelleux) ; en b. part ferme, solide, vigoureux;
II. fig. 1 dur, rude, pénible : τροφὴ σκληρά SOPH nourriture rude;
2 rigide, rude, dur, inflexible;
Sp. σκληρότατος.
Étymologie: R. Σκελ > Σκλη, dessécher.

English (Slater)

σκληρός
   1 hard σκάπτῳ θενὼν σκληρᾶς ἐλαίας (O. 7.29) σκληρᾷ[ Πα. 8A. 21.

English (Strong)

from the base of σκέλος; dry, i.e. hard or tough (figuratively, harsh, severe): fierce, hard.

English (Thayer)

σκληρά, σκληρόν (σκέλλω, σκληναι, (to dry up, be dry)), from (Hesiod, Theognis), Pindar, Aeschylus down; the Sept. for קָשֶׁה, hard, harsh, rough, stiff (τά σκληρά καί τά μαλακά, Xen) mem. 3,10, 1); of men, metaphorically, harsh, stern, hard: Passow, under the word, 2b.; (Liddell and Scott, under the word, II:2; especially Trench, § xiv.)); of things: ἄνεμος, violent, rough, ὁ λόγος, offensive and intolerable, ὅς σκανδαλίζει, 61; σκληρά λαλεῖν κατά τίνος, to speak hard and bitter things against one, σκληρά λαλεῖν τίνι is also used of one who speaks roughly, ἀποκρίνεσθαι σκληρά, to reply with threats, σκληρόν ἐστι followed by an infinitive, it is dangerous, turns out badly (A. V. it is hard), Acts 26:14>.

Greek Monolingual

-ή, -ό / σκληρός, -ά, -όν, ΝΜΑ, θηλ. και -ά Ν, και δωρ. τ. σκλαρός, -όν, Α
1. συμπαγής, άκαμπτος, ανελαστικός, αυτός που δεν υποχωρεί σε εξωτερική πίεση, σε αντιδιαστολή με τον μαλακό, υγρό και ελαστικό (α. «σκληρό χώμα» β. «[τῷ] ξύλον [οὐ] σκληρὸν γίνεται, [οὐ] μαλακόν», Θέογν.)
2. τραχύς στην αφή, σε αντιδιαστολή με τον απαλό (α. «σκληρό τρίχωμα» β. «ξηρὰς εἶναι τὰς σάρκας αὐτῶν καὶ τὸ δέρμα σκληρόν», Αριστοτ.)
3. μτφ. α) βαρύς, δυσάρεστος, σε αντιδιαστολή με τον ήπιο, εύκρατο και ευχάριστο (α. «σκληρός χειμώνας» β. «σκληρό κλίμα» γ. «διὰ τὸ σκληρότατον παρὰ πολὺ τῆς Αρκαδίας ἔχειν ἀέρα καὶ τόπον», Πολ.)
β) ανάλγητος, άσπλαχνος, άπονος, σε αντιδιαστολή με τον ευσπλαχνικό (α. «σκληρή καρδιά, γιατί να σ' αγαπήσω» β. «σκληρός κατακτητής» γ. «δικαστὴν δριμύν... οὐδὲ τοὺς τρόπους γε δήπου σκληρόν», Ευρ.)
γ) υπερβολικά αυστηρός, οδυνηρός, αμείλικτος, καταθλιπτικός, σε αντιδιαστολή με τον επιεική, ελαφρύ και τον ανώδυνο (α. «σκληρή ποινή» β. «σκληρά μέτρα λιτότητας» γ. «σκληρή ζωή» δ. «σκληρά λόγια» ε. «τοῑς δὲ συμφοραὶ σκληραὶ πάρεισιν», Ευρ.)
δ) δύσκολος, επίπονος, επίμοχθος, σε αντιδιαστολή με τον εύκολο (α. «σκληρή δουλειά» β. «σκληρή προπόνηση» γ. «σκληραὶ ἀγωγαί», Πλάτ.)
νεοελλ.
1. μτφ. α) άτεγκτος, αδιάλλακτος, ανυποχώρητος (α. «σκληρός διπλωμάτης» β. «επέδειξε σκληρή στάση»)
β) σφοδρός, πεισματώδης («σκληρές μάχες»)
γ) δύστροπος, απείθαρχος, ατίθασος («σκληρό παιδί»)
2. φρ. α) «σκληρά μήνιγγα»
ανατ. η τρίτη και τελευταία προς τα έξω από τις τρεις μήνιγγες που περιβάλλουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό, η οποία είναι ισχυρή, αρκετού πάχους και πυκνής υφής ινώδης μεμβράνη με διάταξη πιο πολύπλοκη από τη διάταξη τών δύο άλλων
β) «σκληρά υπερώα»
ανατ. το πρόσθιο άνω τοίχωμα της στοματικής κοιλότητας, το οποίο σχηματίζεται από τις υπερώιες αποφύσεις της άνω γνάθου και από τα οριζόντια πέταλα τών υπερώιων οστών, αλλ. πρόσθια υπερώα
γ) «σκληρές ακτίνες»
φυσ. ακτινοβολίες με μεγάλη διεισδυτική ικανότητα
δ) «σκληρός χιτώνας»
ανατ. ο ινώδης χιτώνας που αποτελεί το ανθεκτικό περίβλημα του οφθαλμού το οποίο προστατεύει τους εσωτερικούς χιτώνες και τα υγρά του
ε) «σκληρό νερό» — νερό με μεγάλη περιεκτικότητα σε άλατα του ασβεστίου και του μαγνησίου
ζ) «σκληρό καρύδι»
μτφ. i) άνθρωπος με μεγάλη σωματική αντοχή, ανθεκτικός στις κακουχίες, σκληραγωγημένος
ii) άνθρωπος σταθερός στις θέσεις του και στις απόψεις του, ανυποχώρητος, πεισματάρης, σκληροτράχηλος
η) «σκληρός μαγνήτης»
φυσ. μαγνήτης που δύσκολα απομαγνητίζεται
αρχ.
1. (για ήχο) βαρύς, τραχύς («σκληροτέρα ή φωνή», Αριστοτ.)
2. (για άνεμο) ισχυρός («τὰ πλοῑα... ὑπo σκληρῶν ἀνέμων ἐλαυνόμενα», ΚΔ)
3. (για γεύση ή για οσμή και κυρίως σχετικά με κρασί) αψύς, δυνατός
4. (για φως) πολύ έντονος, αυτός που προσβάλλει το αισθητήριο της όρασης
5. (για το ύφος του λόγου) άκαμπτος («σκληρὰ φράσις», Διον. Αλ.)
6. το ουδ. ως ουσ. τὸ σκληρόν
η σκληρότητα
7. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ σκληρά
τα δυσχερή έργα, οι δύσκολες πράξεις
8. φρ. α) «σκληρὰ κοιλίη» — λεγόταν για τη δυσκοιλιότητα
β) «σκληρὰ ἀοιδός» — ποιητικός χαρακτηρισμός της Σφίγγας.
επίρρ...
σκληρώς / σκληρῶς ΝΜΑ, και σκληρά Ν
κατά τρόπο σκληρό
αρχ.
1. χωρίς άνεση («σκληρῶς εὐνάζεσθαι», Ξεν.)
2. με δυσκολία, με δυσχέρεια
3. με τραχύτητα («σκληρῶς αὐλεῑν», Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. ανάγεται στη δισύλλαβη ρίζα σκελη- του σκέλλω, -ομαι «ξηραίνω, στεγνώνω, είμαι κατάξερος» (με μηδενισμένο το πρώτο και απαθές το δεύτερο φωνήεν, πρβλ. σκληφρός) + επίθημα -ρός (πρβλ. ψυχ-ρός, κυδ-ρός), βλ. και λ. σκέλλω.
ΠΑΡ. σκληρία, σκληρότητα, σκληρύνω, σκληρώδης
αρχ.
σκληρασία, σκληριάζω, σκληρώ
νεοελλ.
σκληράδα, σκληραίνω, σκληρίζω, σκληροσύνη.
ΣΥΝΘ. (Α συνθετικό) σκληραγωγώ, σκληρόδερμος, σκληροκάρδιος, σκληροκέφαλος, σκληροπρόσωπος, σκληρόσαρκος, σκληρόστομος, σκληροτράχηλος, σκληρόφυλλος, σκληρόψυχος
αρχ.
σκληραύχην, σκληρευνία, σκληρόγεως, σκληροδίαιτος, σκληροειδής, σκληρόθριξ, σκληρόνους, σκληροπαγής, σκληροποιός, σκληρόπους, σκληροτυχής, σκληρουργός, σκληρόφθαλμος, σκληρόφρων, σκληροφυής, σκληρόχειρ
μσν.
σκληρόβιος, σκληρογνώμων, σκληρόσπλαγχνος
μσν.- νεοελλ.
σκληράργιλ(λ)ος
νεοελλ.
σκληρογόνος, σκληροδακτυλία, σκληρόκαρδος, σκληρόπετσος
΄ συνθετικό) υπόσκληρος
αρχ.
απόσκληρος, επίσκληρος, κατάσκληρος, περίσκληρος, υπέρσκληρος].

Greek Monotonic

σκληρός: -ά, -όν (σκέλλω),
I. 1. σκληρός, τραχύς, άκαμπτος, στέρεος, Λατ. durus, σε Θέογν., Αισχύλ. κ.λπ.
2. λέγεται για ήχο, τραχύς, βαρύς, βαθύς, βροντερός, Λατ. aridus, σε Ησίοδ., Ηρόδ.
3. τραχύς, άκαμπτος, αλύγιστος, Λατ. rigidus, σε Αριστοφ., Ξεν.· λέγεται για αγόρια που δείχνουν μεγαλύτερα από την ηλικία τους, τραχύς, ορμητικός, ρωμαλέος, σε Πλούτ., Λουκ.
II. μεταφ., λέγεται για πράγματα, δύσκολος, στρυφνός, αυστηρός, αμείλικτος, άτεγκτος, σε Σοφ., Ευρ.· σκληρὰ μαλθακῶς λέγων, σε Σοφ.
III. επίρρ., σκληρῶς καθῆσθαι, δηλ. σε σκληρό κάθισμα, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

σκληρός: дор. [[σκλαρός |σκλᾱρός]] 3
1) сухой, твердый (γῆ Aesch., Xen.);
2) жесткий, тугой (κοίτη Plat.);
3) упругий (τιτθία Arph.; μαστοί Arst.);
4) крепкий, сильный (sc. παῖς Plut.);
5) окостеневший, утративший гибкость (sc. γέρων Plat.);
6) сухой, терпкий (οἶνος Arph.);
7) резкий, пронзительный (βρονταί Her.; ἄνεμοι NT);
8) яркий (αὐγή Arst.);
9) суровый, тяжелый (βίος Men.; συμφοραί Eur.);
10) угрюмый, мрачный (ἦθος Plat.);
11) непокорный, упрямый (φρονήματα Soph.);
12) строгий, неумолимый (δικαστής Arph.);
13) непреклонный (θράσος Eur.);
14) жестокий, злобный (ἄνθρωπος NT): σκληρὰ ἀοιδός Soph. = Σφίγξ;
15) крутой (κοιλία Arst.). - см. тж. σκληρόν.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σκληρός -ά -όν [~ σκέλλομαι] hard van zaken hard, stevig, stijf:; ἁρμόττοντα … ξηρὰ πρὸς ὑγρὰ καὶ μαλακὰ πρὸς σκληρά waarbij droge met natte zaken samengaan en zachte met harde Plat. Lg. 889b; van geluid:; βρονταί harde donderslagen Hdt. 8.12.1; van water (d.w.z. uit rots afkomstig); ( ὕδατα ) πότερον ἑλώδεσι χρέονται καὶ μαλακοῖσιν, ἢ σκληροῖσί τε καὶ … ἐκ πετρωδέων of ze zacht (water) uit moerasbodem gebruiken, of hard (water) uit rotsbodem Hp. Aër. 1; uitbr. adv. van een situatie. ἐπὶ ταῖσι πέτραις … σκληρῶς καθῆσθαι hard zitten op de stenen Aristoph. Eq. 783. van fysieke conditie stevig gebouwd, robuust, massief:; μέγας ὢν καὶ σκληρὸς Ὀλυμπίασιν ἐκινδύνευσεν ἐκκριθῆναι (een jonge atleet) riskeerde uitgesloten te worden op de Olympische spelen omdat hij groot en stevig gebouwd was Plut. Ages. 13.4; geneesk. hard, onbeweeglijk (van constipatie). κοιλία een harde buik Hp. Aph. 3.25. overdr. van karakter of gedrag hard(vochtig), onbuigzaam, stijf, stug, streng; σκληροὶ καὶ ἀντίτυποι ἄνθρωποι rigide en weerbarstige mensen Plat. Tht. 155e; van abstracte zaken hard, zwaar, moeilijk:. σκληρὰ μαλθακῶς λέγων terwijl je harde dingen op zachte wijze zegt Soph. OC 774; ( τροφήν ) σκληρὰν … οἶδα (Oedipus tot Antigone) ik weet dat (de zorg voor mij) zwaar is Soph. OC 1615.

Frisk Etymological English

σκληφρός See also: s. σκέλλομαι.

Middle Liddell

σκληρός, ή, όν σκέλλω
I. hard, Lat. durus, Theogn., Aesch., etc.
2. of sound, hard, harsh, crashing, Lat. aridus, Hes., Hdt.
3. hard, stiff, unyielding, Lat. rigidus, Ar., Xen.:—of boys who look old for their age, stiff, sturdy, Plut., Luc.
II. metaph. of things, hard, austere, severe, Soph., Eur.; σκληρὰ μαλθακῶς λέγων Soph.
III. adv., σκληρῶς καθῆσθαι, i. e. on a hard seat, Ar.

Frisk Etymology German

σκληρός: σκληφρός
{sklērós}
See also: s. σκέλλομαι.
Page 2,735

Chinese

原文音譯:sklhrÒj 士克累羅士
詞類次數:形容詞(6)
原文字根:硬的 相當於: (קָשָׁה‎) (קָשֶׁה‎)
字義溯源:乾的,難的,艱難,硬,強的,忍心的,苛刻的,艱苦的,使人不快的,粗糙的,堅強的,堅決的,殘忍的,剛愎;源自(σκέλος)=腿),而 (σκέλος)出自(σκάφη)X*=使乾透)
出現次數:總共(6);太(1);約(1);徒(2);雅(1);猶(1)
譯字彙編
1) 是難的(2) 徒9:5; 徒26:14;
2) 剛愎話(1) 猶1:15;
3) 強(1) 雅3:4;
4) 忍心的(1) 太25:24;
5) 難(1) 約6:60