Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στυλοπάτι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το, Ν
στυλοβάτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στύλος + πατώ (πρβλ. μονο-πάτι)].

Greek Monolingual

το, Ν
στυλοβάτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < στύλος + πατώ (πρβλ. μονο-πάτι)].