Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στυλώνω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

στυλῶ, -όω, ΝΑ στῡλος
στηρίζω κάτι με στύλους, υποστυλώνω
νεοελλ.
1. μτφ. (για φαγητά και ποτά) δίνω νέες δυνάμεις σε κάποιον, τονώνω, καρδαμώνω («μέ στύλωσε το κρέας που έφαγα»)
2. (μέσ. και παθ.) στυλώνομαι
α) μένω ακίνητος, ακινητοποιούμαι
β) ανακτώ δυνάμεις, δυναμώνω («έφαγα και στυλώθηκα»)
3. φρ. α) «στυλώνω τα μάτια μου» — προσηλώνω το βλέμμα μου σε κάτι
β) «στυλώνω τα πόδια μου»
(ιδίως για υποζύγιο) πεισμώνω και κρατώ ακίνητα τα πόδια μου, παύω να βαδίζω.