Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

συζώ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

συζῶ, -άω, ΝΑ
ζω μαζί με κάποιον στο ίδιο οίκημα, συμβιώνω, συγκατοικώ
νεοελλ.
ζω με άτομο του αντίθετου φύλου ως ανδρόγυνο χωρίς να είμαι νόμιμος ή νόμιμη σύζυγος
αρχ.
ζω μαζί με άλλον στην ίδια κοινωνία («τίς... τῶν οὐκ ὁρθῶν πολιτειῶν τούτων ἥκιστα χαλεπὴ συζῆν», Πλάτ.).