Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σχάση

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

η / σχάσις, -εως, ΝΜΑ σχάζω
η ενέργεια και το αποτέλεσμα του σχάζω, διάνοιξη, τομή σε δύο κυρίως μέρη
νεοελλ.
1. ιατρ. η με μαχαιρίδιο διάνοιξη πληγής ή φυσικής οπής για θεραπευτικό σκοπό
2. βιολ. γενική διαδικασία της οργανικής αναπαραγωγής, κυτταρική διαίρεση
3. φρ. «πυρηνική σχάση» — βλ. πυρηνικός
αρχ.
1. εγχάραξη, κυρίως στον φλοιό δένδρου
2. διάνοιξη φλέβας, φλεβοτομία
3. (για μηχανή) χαλάρωση λειτουργίας.