Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τέμαχος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τέμᾰχος Medium diacritics: τέμαχος Low diacritics: τέμαχος Capitals: ΤΕΜΑΧΟΣ
Transliteration A: témachos Transliteration B: temachos Transliteration C: temachos Beta Code: te/maxos

English (LSJ)

εος, τό, (τεμᾰ-, root of τέμνω, τέτμημαι)

   A slice of fish (τόμος being commonly employed of meat, cf. Phryn.13), Hp.Aff.41, Ar.Eq.283, Pl.894, X.An.5.4.28, Alex.186.8, PCair.Zen.82.10 (iii B.C.), etc.; κεστρᾶν τεμάχη Ar.Nu.339; θύννου Ephipp.12 (anap.): later, generally, for slices of meat, Luc.Gall.14, Philostr.VA1.21, 2.6; of fruit, Paul.Aeg.7.11: sg. in collective sense, prob. in IPE12.76.15 (Olbia, cf. Supp.Epigr.3.587): metaph., τεμάχη τῶν Ὁμήρου δείπνων Aesch. ap. Ath.8.347e.

German (Pape)

[Seite 1090] εος, τό, ein abgeschnittenes od. abgehauenes Stück, bes. von großen eingesalzenen Meerfischen; Ar. Ach. 846 Equ. 283 Nubb. 338 u. öfter; χοίρων, Phryn. in B. A. 65; Xen. An. 5, 4, 26; oft bei Ath. Vgl. Lob. Phryn. 22.

Greek (Liddell-Scott)

τέμᾰχος: -εος, τό, (√ΤΕΜ, τέμνω) τεμάχιον τεταριχευμένου ἰχθύος· τὸμος δὲ ἐλέγετο συνήθως ἐπὶ κρέατος, Ἱππ. 526. 28, Ἀριστοφ. Ἱππ. 283, Πλ. 894, Ξενοφ., κλπ.· κεστρᾶν τεμάχη Ἀριστοφ. Νεφ. 339· θύννου τεμάχη Ἔφιππος ἐν «Κύδωνι» 1·- ἀκολούθως καθόλου, ἐπὶ τεμαχίων κρέατος, Φιλόστρ. 27, 54, Λουκ. Ὄνειρος ἢ Ἀλεκτρ. 14· μεταφορ., τεμάχη τῶν Ὁμήρου δείπνων Ἀθήν. 347Ε· ἰδὲ Λοβέκ. εἰς Φρύν. 22.

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
1 tranche de poisson salé;
2 tranche de salaison en gén., toute tranche d’aliment.
Étymologie: τέμνω.

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ
τεμάχιο
νεοελλ.
φρ. α) «ηπειρωτικά τεμάχη»
γεωλ. γεωλογικό σύμπλεγμα ηπειρωτικών διαστάσεων που απαντά μέσα σε σειρές ιζηματογενών πετρωμάτων ή συνδέεται με τις τεκτονικές διεργασίες τών επωθήσεων
β) «αλλόχθονα τεμάχη»
γεωλ. γεωλογικό άθροισμα μικρότερων διαστάσεων από τα ηπειρωτικά τεμάχη το οποίο απαντά μέσα σε σειρές ιζηματογενών πετρωμάτων ή συνδέεται με τις τεκτονικές διεργασίες τών επωθήσεων
αρχ.
1. (ιδίως) κομμάτι παστού ψαριού ή κρέατος
2. (και μτφ.) καρπός («τὰς αὑτοῡ τραγωδίας τεμάχη εἶναι ἔλεγε τῶν Ὁμήρου μεγάλων δείπνων», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. τέμνω.

Greek Monotonic

τέμᾰχος: -εος, τό (τέμνω), κομμάτι παστωμένου ψαριού, σε Αριστ., Ξεν. κ.λπ.· γενικά, κομμάτι κρέατος, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

τέμᾰχος: εος τό
1) кусок, ломтик (δελφίνων τεμάχη Xen.);
2) соленая рыба (κρέας καὶ τ. Arph.).

Middle Liddell

τέμᾰχος, ος, εος, τό, τέμνω
a slice of salt-fish, Ar., Xen., etc.: generally, a slice of meat, Luc.

Frisk Etymology German

τέμαχος: {témakhos}
See also: s. τέμνω.
Page 2,873