Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τερατόμορφος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: τερᾰτόμορφος Medium diacritics: τερατόμορφος Low diacritics: τερατόμορφος Capitals: ΤΕΡΑΤΟΜΟΡΦΟΣ
Transliteration A: teratómorphos Transliteration B: teratomorphos Transliteration C: teratomorfos Beta Code: terato/morfos

English (LSJ)

ον,

   A of monstrous shape, Cass.Pr.51, Tz.H.8.636.

German (Pape)

[Seite 1093] von wunderbarer od. widernatürlicher Gestalt, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

τερᾰτόμορφος: -ον, ὁ ἔχων μορφὴν τερατώδη, Κασσ. Προβλ. 51, Τζέτζ. Ἱστ. 9, σ. 153.

Greek Monolingual

-η, -ο / τερατόμορφος, -ον, ΝΜΑ
αυτός που έχει μορφή τέρατος, τερατώδης (α. «τερατόμορφο πλάσμα» β. «εἰς σωματοειδῆ και τερατόμορφον θεόν», Τζέτζ.)
νεοελλ.
1. αυτός που έχει διάπλαση τέρατος («τερατόμορφο κύημα»)
2. μτφ. υπερβολικά άσχημος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τέρας, -ατος + -μορφος (< μορφή), πρβλ. ζωό-μορφος].