Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τετράπολο

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το, Ν
(ηλεκτρολ.) α) σύστημα που περιλαμβάνει αγωγούς, διηλεκτρικά υλικά και πηγές ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο δεν μπορεί να ανταλλάξει ηλεκτρική ισχύ με το περιβάλλον παρά μόνο διά μέσου δύο ακροδεκτών εισόδου και δύο ακροδεκτών εξόδου
β) φρ. «παθητικό τετράπολο» — τετράπολο που δεν έχει πηγές ηλεκτρικής ενέργειας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τετρ(α)- + πόλος.