Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τραχύδερμος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: τρᾱχῠδερμος Medium diacritics: τραχύδερμος Low diacritics: τραχύδερμος Capitals: ΤΡΑΧΥΔΕΡΜΟΣ
Transliteration A: trachýdermos Transliteration B: trachydermos Transliteration C: trachydermos Beta Code: traxu/dermos

English (LSJ)

ον, = sq., Arist. ap. Ath.7.305d (om. Rose, Arist. Fr.294), Tz.ad Lyc.340.

Greek (Liddell-Scott)

τρᾱχύδερμος: -ον, = τῷ ἑπομ., Ἀριστοτ. παρ’ Ἀθηναίῳ 305D, Τζέτζ. εἰς Λυκόφρ. 340.

Greek Monolingual

-ον, ΜΑ
αυτός που έχει τραχύ, σκληρό δέρμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τραχύς + -δερμος (< δέρμα), πρβλ. παχύ-δερμος, σκληρό-δερμος].

Russian (Dvoretsky)

τρᾱχύδερμος: жесткокожий Arst.