Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τσιμπλιάρης

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα -> Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

-α, -ικο, Ν
1. αυτός που έχει τσίμπλες στα μάτια του
2. το ουδ. ως ουσ. το τσιμπλιάρικο
(με υποτιμητ. σημ.) ανήλικο, ανώριμο παιδί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τσίμπλα + κατάλ. -ιάρης (πρβλ. ψωρ-ιάρης)].