Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τυφλόστομος

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: τυφλόστομος Medium diacritics: τυφλόστομος Low diacritics: τυφλόστομος Capitals: ΤΥΦΛΟΣΤΟΜΟΣ
Transliteration A: typhlóstomos Transliteration B: typhlostomos Transliteration C: tyflostomos Beta Code: tuflo/stomos

English (LSJ)

ον,

   A with blind mouth, of rivers, Str.4.1.8; cf. τυφλός 11.2.

Greek (Liddell-Scott)

τυφλόστομος: -ον, ὁ ἔχων τυφλὸν στόμιον, πεφραγμένον, ἐπὶ ποταμῶν, Στράβ. 183· πρβλ. τυφλὸς ΙΙ. 2· τυφλοστόματα Νείλου Εὐστ. εἰς Ἰλ. σ. 160, 17.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
dont l’embouchure est obstruée.
Étymologie: τυφλός, στόμα.

Greek Monolingual

-ον, Α
(για ποταμό) αυτός του οποίου το στόμιο είναι φραγμένο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τυφλός + -στομος (< στόμα), πρβλ. αυθαδό-στομος].

Greek Monotonic

τυφλόστομος: -ον, αυτός που έχει «τυφλό» στόμιο, φραγμένο, λέγεται για ποταμούς, σε Στράβ.

Middle Liddell

τυφλό-στομος, ον,
with blind mouth, of rivers, Strab.