Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

υδραγωγείο

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

το / ὑδραγωγεῑον, ΝΜΑ, και ὑδραγώγιον ΜΑ ὑδραγωγός
1. τεχνητός αγωγός μεταφοράς νερού
2. (ειδικά) τεχνικό έργο γεφυροποιίας για τη διοχέτευση υδάτινου ρεύματος μέσω εδαφικού βυθίσματος ή κοιλάδας
νεοελλ.
τεχνολ. σύστημα σωλήνων, ορυγμάτων, διωρύγων, σηράγγων και έργων υποστηρίξεως, που χρησιμοποιείται για τη διοχέτευση νερού από τις πηγές του στο κύριο σημείο διανομής.