Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀχετός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὀχετός Medium diacritics: ὀχετός Low diacritics: οχετός Capitals: ΟΧΕΤΟΣ
Transliteration A: ochetós Transliteration B: ochetos Transliteration C: ochetos Beta Code: o)xeto/s

English (LSJ)

ὁ, (ὄχος, ὀχέω)

   A means for carrying water, water-pipe, made of leather, Hdt.3.9; when carried underground, sts. of wood, IG12.373.64, 66,22.1672.305; of stone, ὀ. λίθινος κρυπτός ib.7.4255.5 (Oropus, iv B. C.); material not named, Th.6.100, Pl.Phd.112c, etc.; τοὺς προϋπάρχοντας ὀ. κρυπτοὺς ποιεῖν OGI483.74 (Pergam.); conduit, channel, Arist.Pol.1303b13, al.; ὀ. μετέωροι open drains, Id.Ath.50.2, OGI483.63 (Pergam.); = ἀφεδρών, Ev.Marc.7.19 (cod. D).    2 in Anatomy, τῆς ἀρτηρίας ὀχετοί ducts leading to the lungs, Pl.Ti.70d; οἱ τοῦ αἵματος ὀ. Poll.2.217; of the urinal and intestinal canals, Hp. Art.48, 50, X.Mem.1.4.6; ὥσπερ ἐξ ὀχετῶν (of sweat), Hp.Epid.6.3.1.    II in pl., streams, Pi.O.5.12; Σιμούντιοι ὀ. E.Or.809 (lyr.), IA 767 (lyr.).    III metaph., βαθὺς ὀ. ἄτας Pi.O.10(11).37; παρεκτρέποντες ὀ. ὥστε μὴ θανεῖν making a side channel or means of escape, E. Supp.1111; ὀχετοὶ βοτρύων pherecr.130.7, cf. Telecl.1.9; ἐν τοῖς μεριστοῖς ὀ. currents, Dam.Pr.127, cf. 130, 206.    IV Att. for βόρβορος acc. to Hellad. ap. Phot.p.535 B.

German (Pape)

[Seite 429] ὁ, Rinne, Graben zum Leiten des Wassers, Kanal, Wasserleitung, Her. 3, 9; übertr. sagt Pind. ὀχετὸν βαθὺν ἄτας, Ol. 11, 39, vgl. 5, 12; Eur. auch παρὰ Σιμουντίοις ὀχετοῖς, Or. 807, vgl. I. A. 767; ῥεῖ διὰ τῶν ὀχετῶν, Plat. Phaed. 112 c; ἐν κήποις, Tim. 77 c, öfter; Sp., Hdn. 5, 8, 18 u. öfter von den Kloaken in Rom. Vom Darmkanal, Xen. Mem. 1, 4, 6; nach Hellad. Chrestom. p. 22 in Athen = βόρβορος.

Greek (Liddell-Scott)

ὀχετός: ὁ, (ὄχος, ὀχέω) μέσον πρὸς μεταφορὰν ὕδατος, σωλὴν πρὸς μετάγγισιν ὕδατος, πεποιημένος ἐκ δέρματος, Ἡρόδ. 3. 9· ὅτε δὲ τὸ ὕδωρ διωχετεύετο ὑπογείως πιθανῶς ἐκ μετάλλου. Θουκ. 6. 100, Πλάτ. Φαίδων 112C, κτλ.· σωλήν, ἀγωγός, ὑδραγωγεῖον, Ἀριστ. Πολιτ. 5. 3, 16, κ. ἀλλ. - Καθ’ Ἡσύχ.: «ὀχετός, σωλήν, ἀγωγός, ῥύαξ. ὕδωρ. ὑδραγωγεῖον». 2) ἐν τῇ ἀνατομικῇ, τῆς ἀρτηρίας ὀχετοί, αἱ ἀρτηρίαι αἱ φέρουσαι εἰς τοὺς πνεύμονας, Πλάτ. Τίμ. 70C· οἱ τοῦ αἵματος, ὀχ. Πολυδ. Β΄, 217· ἐπὶ τῶν οὐρητικῶν καὶ ἐντοσθιδίων ἀγωγῶν, Ἱππ. 816Β, 817Α, Ξεν. Ἀπομν. 1. 4, 6· ἐπὶ τῶν πόρων τοῦ δέρματος, Ἱππ. 1174Η. ΙΙ. ἐν τῷ πληθ., ῥύακες, Πινδ. Ο. 5. 29, πρβλ. Εὐρ. Ὀρ. 8809, Ι. Α. 767. ΙΙΙ. μεταφορ., βαθὺς ὀχ. ἄτας Πινδ. Ο. 10 (11). 46· ὀχετὸν παρεκτρέπειν, παρασκευάζειν πλάγιον μέσον ἐκφυγῆς, Εὐρ. Ἱκετ. 1111· ὀχετοὶ βοτρύων Φερεκράτ. ἐν «Πέρσαις» 1. 8, πρβλ Τελεκλείδην ἐν «Ἀμφικτύοσιν» 1. 9.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
1 canal de dérivation, aqueduc;
2 οἱ ὀχετοί conduits intérieurs du corps (artères, intestins, etc.).
Étymologie: ὀχέω.

English (Slater)

ὀχετός
   a canal σεμνοὺς ὀχετούς, Ἵππαρις οἶσιν ἄρδει στρατόν “Gräben, die den Sumpf von Kamarina entwässern” Wil. (O. 5.12)
   b met., pit βαθὺν εἰς ὀχετὸν ἄτας ἵζοισαν ἑὰν πόλιν (O. 10.37)

Greek Monolingual

ο (Α ὀχετός)
αυλάκι ή υπόγεια σήραγγα κατάλληλη για τη μεταφορά του νερού από ένα σημείο σε άλλο
νεοελλ.
1. υπόγειος αγωγός ή σήραγγα απαγωγής αποβλήτων
2. βόθρος
3. μτφ. (για πρόσ.) αυτός που εκστομίζει ακατάσχετα βωμολοχίες
αρχ.
1. δερμάτινος σωλήνας μεταφοράς και διοχέτευσης του νερού
2. υπόγειος ξύλινος αγωγός νερού
3. ανατ. η τραχεία αρτηρία και οι κλάδοι της που οδηγούν στους πνεύμονες
4. στον πληθ. οἱ ὀχετοί
χείμαρροι
5. μτφ. έμμεσος τρόπος εκφυγής από μια κατάσταση («παρεκτρέποντες ὀχετὸν ὥστε μὴ θανεῑν», Ευρ.)
6. φρ. «ὀχετοὶ μετέωροι» — ανοιχτά αυλάκια άρδευσης
7. αττ. τ. του βόρβορος
8. αποχωρητήριο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀχῶ + επίθημα -ετός (πρβλ. εμ-ετός, παγ-ετός)].

Greek Monotonic

ὀχετός: ὁ (ὀχέω
I. μέσο για τη μεταφορά νερού, διοχετευτικός σωλήνας, σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.· τάφρος, διώρυγα, αυλάκι, αγωγός υδάτων, σε Αριστ.
II. στον πληθ., ρυάκια, χείμαρροι, σε Πίνδ., Ευρ.
III. μεταφ., ὀχετὸν παρεκτρέπειν, κατασκευάζω εφεδρική δίοδο ή μέσο διαφυγής, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ὀχετός:
1) водоотводный канал, водопровод Her., Thuc., Plat., Plut.;
2) ручей, поток, струя (Σιμούντιοι ὀχετοί Eur.);
3) анат. канал, проток Xen.: τῆς ἀρτηρίας ὀχετοί Plut. дыхательные пути;
4) перен. путь, лазейка: παρεκτρέπειν ὀχετὸν ὥστε μὴ θανεῖν Eur. изменять (жизненный) путь так, чтобы не умереть.

Etymological

See also: s. ὀχέω.

Middle Liddell

ὀχετός, οῦ, ὁ, ὀχέω
I. a means for carrying water, a water-pipe, Hdt., Thuc., etc.: a conduit, channel, aqueduct, Arist.
II. in pl. streams, Pind., Eur.
III. metaph., ὀχετὸν παρεκτρέπειν to make a side channel or means of escape, Eur.