Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φαρμακοπώλης

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: φαρμᾰκοπώλης Medium diacritics: φαρμακοπώλης Low diacritics: φαρμακοπώλης Capitals: ΦΑΡΜΑΚΟΠΩΛΗΣ
Transliteration A: pharmakopṓlēs Transliteration B: pharmakopōlēs Transliteration C: farmakopolis Beta Code: farmakopw/lhs

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A druggist, apothecary, Ar.Nu.767, Critias Fr. 70 D., Theopomp.Com.2, Aeschin.3.162, Phld.Rh.1.34 S., etc.

German (Pape)

[Seite 1256] ὁ, der φάρμακα, Arzneimittel, Gifte, Schminke, Malerfarben, Gewürze u. s. w. verkauft, Ar. Nubb. 756.

Greek (Liddell-Scott)

φαρμᾰκοπώλης: -ου, ὁ, ὁ πωλῶν φάρμακα, Ἀριστοφ. Νεφ. 776· φαρμακοπώλου Μεγαρικοῦ Θεόπομπ. Κωμικ. ἐν «’Αλθαίᾳ» 1, Αἰσχίν. 76, 36, κλπ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
pharmacien.
Étymologie: φάρμακον, πωλέω.

Greek Monolingual

ο, ΝΑ
νεοελλ.
πωλητής ακατέργαστων φαρμάκων και ιδιοσκευασμάτων
αρχ.
πωλητής φαρμάκων, δηλητηρίων, ψιμυθίων, χρωμάτων, βοτάνων κ.ά. παρεμφερών προϊόντων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φάρμακον + -πώλης].

Greek Monotonic

φαρμᾰκοπώλης: -ου, ὁ, αυτός που πουλά φάρμακα, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

φαρμᾰκοπώλης: ὁ торговец снадобьями Arph., Aeschin.

Middle Liddell

φαρμᾰκο-πώλης, ου, ὁ,
a dealer in drugs, Ar.