Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρησιμεύω

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: Medium diacritics: χρησιμεύω Low diacritics: Capitals: ΧΡΗΣΙΜΕΥΩ
Transliteration A: chrēsimeúō Transliteration B: chrēsimeuō Transliteration C: chrisimeyo Beta Code: xrhsimeu/w

English (LSJ)

   A to be useful or serviceable, τοῖς ἐπιλήπτοις Thphr. Fr.175, cf. Phld.Rh.1.221, al., Luc.DMort.10.9; τῇ πατρίδι IGRom. 4.1228 (Thyatira); πρός τι D.S.1.81, Dsc.2.149; εἴς τι Epicur.Fr. 458, Gal.19.396, Iamb. in Nic.p.12P.: abs., LXX Wi.4.3, Muson. Fr.18Ap.95 H., Alex.Aphr. in Top.430.2: sens.obsc., D.L.6.91:— rejected by the Atticists, cf. Phryn.367.

German (Pape)

[Seite 1374] brauchbar, nützlich, dienlich sein, Nicom. arithm. 1, 8; vgl. Lob. Phryn. 386.

Greek (Liddell-Scott)

χρησῐμεύω: εἶμαι χρήσιμος, ὠφέλιμος, τινὶ Θεοφρ. Ἀποσπ. 15. 1, Διόδ. 1. 81, Λουκ. Νεκρ. Διάλ. 10. 9· χρ. τῇ πατρίδι Συλλ. Ἐπιγρ. 3490· πρός τι Διοσκ. 5. 84· εἴς τι Ἄννα Κομν. 1. 121· ἀπολ., Ἑβδ. (Σοφ. Σολ. Δ΄ , 3)· - ἐπὶ αἰσχρᾶς σημασίας, Διογ. Λαέρτ. 6. 91· - ἀποδοκιμάζεται ὑπὸ τῶν Ἀττικιζόντων, πρβλ. Λοβέκ. εἰς Φρύν. 386 καὶ ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 7· - παρὰ τῷ Τζέτζῃ εὕρηται καὶ χρησιμέω, ἅπαντα τὰ χρησιμοῦντα τούτοις Τζέτζ. Ἀλληγ. Ὁμ. Ἰλ. Ε. 116.

French (Bailly abrégé)

être utile à, τινι.
Étymologie: χρήσιμος.

Greek Monolingual

ΝΜΑ χρήσιμος
είμαι χρήσιμος σε κάποιον για κάτι.

Greek Monotonic

χρησῐμεύω: είμαι χρήσιμος ή ωφέλιμος, τινι, σε κάποιον, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

χρησῐμεύω: быть полезным, оказывать услуги (πολλὰ χρησιμεῦσαί τινι ἐν τῷ βίῳ Luc.): χ. τινὶ πρός τι Diod. быть полезным кому-л. в чем-л.

Middle Liddell

χρησῐμεύω,
to be useful or serviceable, τινί to one, Luc.