Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψιάζω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ψῐάζω Medium diacritics: ψιάζω Low diacritics: ψιάζω Capitals: ΨΙΑΖΩ
Transliteration A: psiázō Transliteration B: psiazō Transliteration C: psiazo Beta Code: yia/zw

English (LSJ)

(ψιάς),

   A = ψακάζω, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1398] 1) tröpfeln. – 2) spielen, scherzen, springen, übh. vergnügt sein.

Greek (Liddell-Scott)

ψιάζω: (ψιάς), ψακάζω, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

(I)
και δωρ. τ. ψιάδδω Α
παίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. έχει σχηματιστεί από το ἑψιῶμαι «διασκεδάζω», με σίγηση του αρκτικού φωνήεντος, κατά τα ρ. σε -άζω].
(II)
Α ψιάς, -άδος]
(κατά τον Ησύχ.) «ψακάζω».

Frisk Etymology German

ψιάζω: {psiázō}
Forms: nur in lak. 3. pl. ψιάδδοντι
Grammar: v.
Meaning: spielen (Ar. Lys. 1302 lyr.); ψιάδδειν· παίζειν H.
Derivative: Daneben ψιά· χαρά, γελοίασμα, παίγνια H.— S. ἑψία.
Etymology : Zum Anlaut noch Schwyzer 329.
Page 2,1137