Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψεκάζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ψεκάζω Medium diacritics: ψεκάζω Low diacritics: ψεκάζω Capitals: ΨΕΚΑΖΩ
Transliteration A: psekázō Transliteration B: psekazō Transliteration C: psekazo Beta Code: yeka/zw

English (LSJ)

ψεκάς, later forms for ψακ-, q.v.

German (Pape)

[Seite 1392] = ψακάζω, von Phryn. B. A. als unatt. verworfen, 1) tröpfeln, in kleinen Tropfen regnen, thauen; Ar. Nubb. 571; μύρων Anacr. 14, 5. – 2) trans., betröpfeln, bethauen, träufeln.

Greek Monolingual

ΝΑ, και ψακάζω Α ψεκάς / ψακάς]]
νεοελλ.
εκσφενδονίζω υγρό με ψεκαστήρα, ραντίζω («ψέκασα τις ελιές»)
αρχ.
1. βρέχω με μικρές σταγόνες, ψιλοβρέχω
2. (κυρίως τριτοπρόσ.) ψακάζει
ψιχαλίζει, ψιλοβρέχει
3. παθ. ψακάζομαι
υγραίνομαι με ψιλή βροχή.

Greek Monotonic

ψεκάζω: ψεκάς, μεταγεν. τύποι αντί ψακάζω, ψακάς.

Russian (Dvoretsky)

ψεκάζω: Anacr. = ψακάζω.

Middle Liddell

ψεκάζω, later form of ψακάζω