ἀριδάκρυος
From LSJ
English (LSJ)
ἀριδάκρυον, = ἀρίδακρυς (much weeping, very tearful), Arist. Pr. 874b8.
Spanish (DGE)
-ον
• Prosodia: [ᾰρῐ-]
que llora mucho, llorón οἱ μεθύοντες Arist.Pr.874b8, de una mujer, Call.Fr.700.
German (Pape)
[Seite 350] sehr thränenreich, Eur. Med. 800; Arist. Probl. 30, 1.
Russian (Dvoretsky)
ἀρῐδάκρυος: плаксивый, слезливый (οἱ μεθύοντες Arst.).
Greek (Liddell-Scott)
ἀριδάκρυος: -ον, = τῷ ἑπομ., διὰ τί οἱ μεθύοντες ἀριδάκρυοι μᾶλλον; Ἀριστ. Πρβλ. 3. 24.
Greek Monolingual
ἀριδάκρυος, -ον και ἀρίδακρυς, -υ (Α)
αυτός που χύνει πολλά δάκρυα (για πρόσωπα) ή που συνοδεύεται με πολλά δάκρυα («ἀριδάκρυος γόος»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρι- + δάκρυ].