Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐγκατάλειμμα

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐγκατάλειμμα Medium diacritics: ἐγκατάλειμμα Low diacritics: εγκατάλειμμα Capitals: ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΜΜΑ
Transliteration A: enkatáleimma Transliteration B: enkataleimma Transliteration C: egkataleimma Beta Code: e)gkata/leimma

English (LSJ)

ατος, τό, A remnant, residue, trace, Arist.Fr.13, cf. LXX Je.11.23, al. 2 residual trace, εἰδώλου Epicur.Ep.1p.12U. 3 kneading trough, LXX De.28.5, 17. 4 sediment: hence, silting-up, PPetr.2p.14 (iii B.C.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 705] τό, das Überbleibsel; Epicur. bei D. L. 10, 50; LXX.

Greek (Liddell-Scott)

ἐγκατάλειμμα: τό, ὑπόλοιπον, κατάλοιπον, Ἀριστ. Ἀποσπ. 2., Ἐπίκουρ. παρὰ Διογ. Λ. 10. 50.

Spanish (DGE)

-ματος, τό
I 1residuo, sedimento, sg. colect. material de aluvión, aluvión acumulado en una conducción de agua PPetr.2.4.11.2 (III a.C.)
plu. dud. sobras, excedentes, superabundancia εὐλογημέναι αἱ ἀποθῆκαι σου καὶ τὰ ἐγκαταλείμματά σου benditos sean tus graneros y tus sobras LXX De.28.5, 17.
2 huella, rastro ἐ. οὐκ ἔσται αὐτῶν LXX Ie.11.23, cf. 2Es.9.14, Ps.36.37, 38
fig. huella, impronta ἐ. τοῦ εἰδώλου Epicur.Ep.[2] 50
plu. restos, huellas παλαιᾶς εἰσι φιλοσοφίας ... ἐγκαταλείμματα Arist.Fr.13.
3 legado c. dat. ὅτι ἔστιν ἐ. ἀνθρώπῳ εἰρηνικῷ 1Ep.Clem.14.5.
II defecto moral, falta καθάρισόν με ... τῶν ἐννοιῶν τῶν παρὰ τὸν ὀρθὸν λόγον, τῶν ἐγκαταλειμμάτων Clem.Al.Ecl.62.1.

Greek Monolingual

ἐγκατάλειμμα, το (AM)
1. ό,τι έχει απομείνει, το κατάλοιπο
2. ό,τι απέμεινε από τα αχνάρια κάποιου
3. υπόλειμμα, κατακάθι, βόρβορος
4. δοχείο όπου συγκέντρωναν όσα προϊόντα περίσσευαν.

Russian (Dvoretsky)

ἐγκατάλειμμα: ατος τό остаток, след (τοῦ εἰδώλου Epicur. ap. Diog. L.): ἐγκαταλείμματα περισωθέντα Arst. сохранившиеся отрывки.