Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐμπρεπής

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐμπρεπής Medium diacritics: ἐμπρεπής Low diacritics: εμπρεπής Capitals: ΕΜΠΡΕΠΗΣ
Transliteration A: emprepḗs Transliteration B: emprepēs Transliteration C: emprepis Beta Code: e)mpreph/s

English (LSJ)

ές, A conspicuous among or above others, θύννος . . πᾶσιν ἰχθύεσσιν ἐ. ἐν μυττωτῷ Anan.5.8. II conspicuous for, ἰηλέμοισιν ἐ. A.Supp.115 (lyr.); cf.sq. III suitable, fitting, Ph.1.501; ἐμπρεπές ἐστι, c. inf., it is fitting, ib.435, al.: Comp., ib.617: Sup., ib.695.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 817] ές, darin glänzend, hervorstrahlend; πάθεα ἰηλέμοισιν ἐμπρεπῆ Aesch. Suppl. 107; πᾶσιν ἰχθύεσσιν, unter allen Fischen ausgezeichnet, Anan. bei Ath. VII, 282 h.

Greek (Liddell-Scott)

ἐμπρεπής: -ές, διαπρέπων μεταξὺ τῶν ἄλλων ἢ ὑπέρτερος τῶν ἄλλων, θύννος... πᾶσιν ἰχθύεσσιν ἐμπρ. ἐν μυττωτῷ Ἀνάνιος παρ’ Ἀθην. 282Β. ΙΙ. διακρινόμενος διά τι, ἰηλέμοισιν ἐμπρεπῆ Αἰσχύλ. Ἱκ. 116. - Ἐπίρρ. -πῶς Ἰγνάτ. ἐν βίῳ Νικηφ. Κων/πόλεως σ. 178, 31, ἔκδ. De Boor.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
remarquable par, τινι.
Étymologie: ἐμπρέπω.

Spanish (DGE)

-ές

• Alolema(s): poét. ἐνιπ- IMontan.61.9 (Frigia IV d.C.)
1 superior a, que destaca sobre c. dat. (θύννος) πᾶσιν ἰχθύεσσιν ἐ. ἐν μυττωτῷ Anan.5.8
que se hace notar, que destaca por algo, conspicuo c. dat. instrum. ἰηλέμοισιν ἐ. A.Supp.115.
2 conveniente, apropiado βίος γὰρ ἐ. κόσμῳ τῷ πατρὶ ... εὐχαριστεῖν Ph.1.501, c. inf. τὴν ... ἀρετῶν συμφωνίαν ἐμπρεπὲς ἁρμόζεσθαι θεῷ Ph.1.435, en compar. τί γὰρ ἐμπρεπέστερον ἢ τἀγαθὰ ἐπινεύειν θεῷ; Ph.1.617, en sup. Ph.1.695.

Greek Monolingual

ἐμπρεπής, -ές (Α)
1. αυτός που είναι ανώτερος, που ξεχωρίζει, που διαπρέπει ανάμεσα σε πολλούς άλλους
2. αυτός που διακρίνεται για κάτι
3. κατάλληλος, αρμόδιος.
επίρρ...
ἐμπρεπῶς
με τρόπο ξεχωριστό, υπερέχοντα, διακρινόμενο.

Russian (Dvoretsky)

ἐμπρεπής: выделяющийся, заметный, по друг. соответствующий (πάθεα ἰηλέμοισιν ἐμπρεπῆ Aesch.).