Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἠχώδης

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ἠχώδης Medium diacritics: ἠχώδης Low diacritics: ηχώδης Capitals: ΗΧΩΔΗΣ
Transliteration A: ēchṓdēs Transliteration B: ēchōdēs Transliteration C: ichodis Beta Code: h)xw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A sonorous, of the hexameter, Demetr.Eloc.42.    2 neut. pl. as Subst., ringing in the ears, Hp.Coac.163.    3 full of sounds, τῆς ἡμέρας -εστέρα ἡ νύξ Plu.2.720c; τὸ τῆς νυκτὸς ἠ. Id.Arat.22.

German (Pape)

[Seite 1180] ες, schallend, tönend, hallend, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

ἠχώδης: -ες, (εἶδος) ἠχῶν, ἠχηρός, ἐπὶ τοῦ ἑξαμέτρου, Δημ. Φαλ. 42. 2) προξενῶν βόμβον εἰς τὰ ὦτα, Ἱππ. 145C.

Greek Monolingual

ἠχώδης, -ες (Α)
1. (για το εξάμετρο) ηχηρός
2. αυτός που προξενεί ήχο, βόμβο στα αφτιά ή που επιτείνει τον ήχο
3. αυτός που μεταδίδει καλύτερα τον ήχο, που συντελεί στην ευκρινέστερη αντίληψη του ήχου («τῆς ἡμέρας ἠχωδεστέρα ἡ νύξ», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ήχος + -ωδης (πρβλ. δυσ-ώδης, ευ-ώδης)].

Russian (Dvoretsky)

ἠχώδης: звучный, дающий отголосок: τὸ τῆς νυκτὸς ἠχῶδες Plut. гулкая тишина ночи.