Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱερακόμορφος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ἱερᾱκόμορφος Medium diacritics: ἱερακόμορφος Low diacritics: ιερακόμορφος Capitals: ΙΕΡΑΚΟΜΟΡΦΟΣ
Transliteration A: hierakómorphos Transliteration B: hierakomorphos Transliteration C: ierakomorfos Beta Code: i(erako/morfos

English (LSJ)

ον,

   A hawk-shaped, of the Egyptian god Phrê (the Sun), represented with a hawk's head, Ph.Bybl. ap. Eus.PE1.10, Horap.1.6, S.E.P.3.219, PMag.Leid.W.9.43.

German (Pape)

[Seite 1240] von Habichtsgestalt, θεοί Sext. Emp. pyrrh. 3, 219.

Greek (Liddell-Scott)

ἱερᾱκόμορφος: -ον, ἔχων μορφὴν ἱέρακος· ἐπὶ τοῦ Αἰγυπτίου θεοῦ Φρὲ (τοῦ Ἡλίου), ὃν ἐζωγράφουν μετὰ κεφαλῆς ἱέρακος, Φίλων παρ’ Εὐσ. ἐν Εὐαγγ. Προπ. 41D, Ὡραπόλλ. 1. 6, Σέξτ. Ἐμπ.· ἴδε Müller Archäol. d. Kunst. § 232. 3, A.

Spanish

que tiene forma de halcón

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ἱερακόμορφος, -ον)
νεοελλ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα ιερακόμορφα
τάξη πτηνών στην οποία περιλαμβάνονται οι αετοί, τα γεράκια, οι γύπες, οι κόνδορες και άλλα παρόμοια πουλιά, τα οποία μαζί με τα γλαυκόμορφα συγκροτούν την ομάδα τών αρπακτικών
αρχ.
(για τον Αιγύπτιο θεό Ήλιο) αυτός που εικονίζεται με μορφή γερακιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το αρχ. ιερακόμορφος < ιέραξ, -ακος + -μορφος < μορφή (πρβλ. αυτό-μορφος, χαριτό-μορφος), ενώ το νεοελλ. είναι απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. falconiformes].

Russian (Dvoretsky)

ἱερᾱκόμορφος: ястребообразный, имеющий образ ястреба (θεοί, sc. τῶν Αἰγυπτίων Sext.).