Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἱκέτευμα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ἱκέτευμα Medium diacritics: ἱκέτευμα Low diacritics: ικέτευμα Capitals: ΙΚΕΤΕΥΜΑ
Transliteration A: hikéteuma Transliteration B: hiketeuma Transliteration C: iketevma Beta Code: i(ke/teuma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A mode of supplication, μέγιστον ἱ. Th.1.137, cf. D.C.68.21.

Greek (Liddell-Scott)

ἱκέτευμα: ῐ, τό, τρόπος ἱκεσίας, δεήσεως, καὶ μέγιστον ἦν ἱκέτευμα τοῦτο Θουκ. 1. 137, πρβλ. Πλουτ. Θεμιστ. 24.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
mode de supplication.
Étymologie: ἱκετεύω.

Greek Monolingual

ἱκέτευμα, τὸ (Α) ικετεύω
τρόπος ικεσίας, δεήσεως.

Greek Monotonic

ἱκέτευμα: [ῐ], -ατος, τό, τρόπος ικεσίας, δέησης, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

ἱκέτευμα: ατος τό просьба, мольба (μέγιστον Thuc., ἀπαραίτητον Plut.).

Middle Liddell

ἱ˘κέτευμα, ατος, τό,
a mode of supplication, Thuc.