Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἴθι

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ἴθῐ Medium diacritics: ἴθι Low diacritics: ίθι Capitals: ΙΘΙ
Transliteration A: íthi Transliteration B: ithi Transliteration C: ithi Beta Code: i)/qi

English (LSJ)

imperat. of εἶμι (

   A ibo), come, go (q.v.): used as Adv. of encouragement, come! well then! Il.4.362; ἴ. νυν Ar.Ra.519, etc.

German (Pape)

[Seite 1245] imper. von εἶμι, gehe, komme; auch adverbial, wie ἄγε, wohlan, s. εἶμι zu Ende.

Greek (Liddell-Scott)

ἴθῐ: προστακτ. τοῦ εἶμι, ὕπαγε, ἐλθέ, Ὅμ., Ἀττ.· «ἴθι· ἧκε, ἔρχου· Ἡσύχ. ΙΙ. ὡς τὸ ἄγε, ὡς ἐπίρρ. παρακελευσματικόν, ἀλλ’ ἴθι. ταῦτα δ’ ὄπισθεν ἀρεσσόμεθ’, εἴ τι κακὸν νῦν εἴρηται Ἰλ. Δ. 362· ἴθι νυν Ἀριστοφ. Βάτρ. 519, κ. ἀλλ.

French (Bailly abrégé)

2ᵉ sg. impér. prés. de εἶμι, va ! allons ! souv. employé comme adverbe ; ἴθι νυν allons donc !.
Étymologie: v. εἶμι.

English (Autenrieth)

imp. of εἶμι: come! go! employed as an interjection, freq. with ἄγε.

Greek Monotonic

ἴθῐ: προστ. του εἶμι (ibo),
I. πήγαινε, έλα, σε Όμηρ., Αττ.
II. όπως το ἄγε, σαν επίρρ., εμπρός! ας είναι!, σε Ομήρ. Ιλ.· ἴθι νυν, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ἴθι: (ῐῐ)
1) imper. к εἶμι;
2) (= ἄγε) давай (же), ну: ἴθι δὴ ἀναλογισώμεθα τὰ ὡμολογημένα ἡμῖν Plat. давай же разберемся в том, о чем мы договорились.