Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἶδος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἶδος Medium diacritics: ἶδος Low diacritics: ίδος Capitals: ΙΔΟΣ
Transliteration A: îdos Transliteration B: idos Transliteration C: idos Beta Code: i)=dos

English (LSJ)

εος, τό, A sweat: pl., sweats, Hp.Coac.105 (s. v.l.). 2 warmth, Emp.62.5, prob. in Id.21.4; violent heat, Hes.Sc.397, Call. Fr.124 (prob.), D.P.966; cf. ἰδίω.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1238] τό, der Schweiß, Hippocr.; die Sommerhitze, welche Schweiß auspreßt, Hes. Sc. 397, wie D. Per. 966.

Greek (Liddell-Scott)

ἶδος: -εος, τό, ἱδρώς· ἐν τῷ πληθ. ἱδρῶτες, Ἱππ. 132C. 2) ἰσχυρὰ θερμότης, οἵα ἡ τῶν κυνικῶν καυμάτων, Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 397, Διον. Π. 966. (Ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης παράγονται αἱ λέξεις ἰδίω, ἱδρόω, ἱδρώς· - ἡ ῥίζα αὕτη ἦν ΣϜΙΔ, πρβλ. Σανσκρ. svid, svid-yâmi, svêd-as, = Λατ. sud-o, sud-or· Ἀρχ. Σκανδ. sveit-i · Ἀγγλο-Σαξ. swat. · Ἀρχ. Ὑψηλ. Γερμ. sveiz).

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
sueur.
Étymologie: R. ΣϜιδ suer, lat. sudare.

Greek Monotonic

ἶδος: -εος, τό,
1. ισχυρή θερμότητα, όπως η θερμότητα των κυνικών καυμάτων, σε Ησίοδ.
2. ιδρώτας.

Russian (Dvoretsky)

ἶδος: εος (ῑ) τό досл. пот, перен. сильная жара, зной (ἴδει ἐν αἰνοτάτῳ, ὁπότε χρόα Σείριος ἄζει Hes.).

Middle Liddell

ἶδος, εος,
I. violent heat, as of the dog-days, Hes.
II. sweat.