Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀλβιοδώτης

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὀλβιοδώτης Medium diacritics: ὀλβιοδώτης Low diacritics: ολβιοδώτης Capitals: ΟΛΒΙΟΔΩΤΗΣ
Transliteration A: olbiodṓtēs Transliteration B: olbiodōtēs Transliteration C: olviodotis Beta Code: o)lbiodw/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A bestower of bliss, Orph.H.34.2 :—fem. ὀλβιο-δῶτις, ιδος, ib.40.2, etc.

German (Pape)

[Seite 318] ὁ, Glückgeber, -spender, Orph. H. 23, 2.

Greek (Liddell-Scott)

ὀλβιοδώτης: ὁ, καὶ θηλ. ὀλβιοδῶτις, ἴδε ὀλβιόδωρος.

Greek Monolingual

ὀλβιοδώτης, ὁ, θηλ. ὀλβιοδῶτις (Α)
αυτός που δίνει ευτυχία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὄλβιος «ευδαίμων, ευτυχισμένος» + -δώτης (< δίδωμι), πρβλ. ωραιο-δώτης.