Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὀχάνη

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ὀχάνη Medium diacritics: ὀχάνη Low diacritics: οχάνη Capitals: ΟΧΑΝΗ
Transliteration A: ochánē Transliteration B: ochanē Transliteration C: ochani Beta Code: o)xa/nh

English (LSJ)

[ᾰ], ἡ, = sq., Plu.Cleom.11.

German (Pape)

[Seite 428] ἡ, = Folgdm, Plut. Cleom. 11, τὴν ἀσπίδα φορεῖν δι' ὀχάνης, μὴ διὰ πόρπακος.

Greek (Liddell-Scott)

ὀχάνη: ἡ, = τῷ ἑπομένῳ, Πλουτ. Κλεομ. 11.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
courroie servant de poignée au bouclier.
Étymologie: ἔχω.

Greek Monolingual

ὀχάνη, ἡ (Α)
όχανον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετεροιωμένη βαθμίδα ὀχ του ἔχω (Ι) + κατάλ. -άνη (πρβλ. χοάνη)].

Russian (Dvoretsky)

ὀχάνη: (ᾰ) ἡ Plut. = ὄχανον.

Etymological

ὄχανον, ὀχή etc.
See also: s. ἔχω.