Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁσαπλασίων

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὁσᾰπλᾰσίων Medium diacritics: ὁσαπλασίων Low diacritics: οσαπλασίων Capitals: ΟΣΑΠΛΑΣΙΩΝ
Transliteration A: hosaplasíōn Transliteration B: hosaplasiōn Transliteration C: osaplasion Beta Code: o(saplasi/wn

English (LSJ)

ον, gen. ονος,

   A as many times as, Arist.Pr.929b14, Euc.12.13, Archim.Aequil.1.6.

German (Pape)

[Seite 394] ον, = Vorigem (?).

Greek (Liddell-Scott)

ὁσαπλᾰσίων: -ον, ὁσάκις μεγαλείτερος, Ἀριστ. Προβλ. 21. 22, 2.

Greek Monolingual

ὁσαπλασίων, -ον (Α)
όσες φορές περισσότερος ή όσες φορές μεγαλύτερος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὅσος + -πλασίων (< -πλάσιος με την κατάλ. του συγκριτικού βαθμού -ίων), πρβλ. μυριο-πλασίων].

Russian (Dvoretsky)

ὁσαπλᾰσίων: 2, gen. ονος во сколько раз больший (ὁσαπλάσιόν ἐστι … τοσαυταπλάσιον Arst.).