Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὄνυμα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ὄνυμα Medium diacritics: ὄνυμα Low diacritics: όνυμα Capitals: ΟΝΥΜΑ
Transliteration A: ónyma Transliteration B: onyma Transliteration C: onyma Beta Code: o)/numa

English (LSJ)

ὀνυμάζω, ὀνυμαίνω, ὀνυμαστός, Aeol. and Dor. for ὀνομ-.

German (Pape)

[Seite 350] τό, äol. = ὄνομα; Pind. Ol. 6, 57; πέταται τηλόθεν ὄνυμ' αὐτῶν, N. 6, 51.

Greek (Liddell-Scott)

ὄνῠμα: ὀνῠμάζω, ὀνυμαίνω, Αἰολ. καὶ Δωρ. ἀντὶ ὄνομα, ὀνομάζω, ὀνομαίνω.

English (Slater)

ὄνῠμα
   1 name τὸ γὰρ κατεφάμιξεν καλεῖσθαί μιν μάτηρ τοῦτ' ὄνυμ ἀθάνατον Iamos (O. 6.57) πέταται δ' ἐπί τε χθόνα καὶ διὰ θαλάσσας τηλόθεν ὄνυμ αὐτῶν i. e. of the Aiakidai (N. 6.48)

Greek Monotonic

ὄνῠμα: ὀνῠμάζω, ὀνυμαίνω, Αιολ. και Δωρ. αντί ὀνομ-.