Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὠνητέος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ὠνητέος Medium diacritics: ὠνητέος Low diacritics: ωνητέος Capitals: ΩΝΗΤΕΟΣ
Transliteration A: ōnētéos Transliteration B: ōnēteos Transliteration C: oniteos Beta Code: w)nhte/os

English (LSJ)

α, ον,

   A to be bought, Pl.Lg.849c, Amphis 1.4.    2 ὠνητέον, one must buy, Luc.Herm.58.

Greek (Liddell-Scott)

ὠνητέος: -α, -ον, ῥηματ. ἐπίθετ., ὃν πρέπει ν’ ἀγοράσῃ τις, Πλάτ. Νόμ. 849C, Ἄμφις ἐν «Ἀθάμαντι» 1. 2) ὠνητέον, πρέπει ν’ ἀγοράσῃ τις, Λουκ. Ἑρμότ. 58.

French (Bailly abrégé)

α, ον :
adj. verb. de ὠνέομαι.

Greek Monotonic

ὠνητέος: -α, -ον,
1. ρημ. επίθ. του ὠνέομαι, αυτός που πρέπει να αγοραστεί, σε Πλάτ.
2. ὠνητέον, αυτό που πρέπει να αγοράσει κάποιος, σε Λουκ.

Middle Liddell

ὠνητέος, η, ον, verb. adj. of ὠνέομαι
1. to be bought, Plat.
2. ὠνητέον, one must buy, Luc.