ταχυήρης
From LSJ
Ὑπερηφανία μέγιστον ἀνθρώποις κακόν → Malorum maximum hominibus superbia → Das größte Übel ist für Menschen Übermut
English (LSJ)
ταχυήρες, fast-rowing, rapid, A.Supp.32 (anap.), Opp.H.4.569.
German (Pape)
[Seite 1076] ες, schnell oder leicht rudernd, ὸχος, Aesch. Suppl. 32.
Russian (Dvoretsky)
τᾰχῠήρης: быстро гребущий, т. е. быстроходный (ὄχος Aesch.).
Greek (Liddell-Scott)
τᾰχυήρης: -ες, ὁ ταχέως κωπηλατούμενος, ταχύς, ὁρμητικός, Αἰσχύλ. Ἱκ. 33, Ὀππ. Ἁλ. 4. 569.
Greek Monolingual
-ύηρες, Α
(ποιητ. τ.)
1. αυτός που κωπηλατείται γρήγορα («ξὺν ὄχῳ ταχυήρει πέμψατε πόντονδε», Αισχύλ.)
2. (κατ' επέκτ.) ταχύς, ορμητικός («αἵ δ' ὑπὸ μαρμαρυγῆς ταχυήρεος... φυζαλέαι θρώσκουσι», Οππ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ταχυ- + -ήρης (ΙΙ) (πρβλ. τριήρης)].