Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ὁρμητικός

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ὁρμητικός Medium diacritics: ὁρμητικός Low diacritics: ορμητικός Capitals: ΟΡΜΗΤΙΚΟΣ
Transliteration A: hormētikós Transliteration B: hormētikos Transliteration C: ormitikos Beta Code: o(rmhtiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A impetuous, impulsive, ὁ. [δύναμις] appetite, Ti.Locr.102e ; ὁ. πρός τι eager for a thing, Arist. Pr.869b13 : Sup., Id.HA573a27: abs., Thphr.HP9.18.10 (Comp.); -κὸν [κίνημα] Plu.2.1122c ; -κώτερον τὸ σχῆμα τοῦ πυκτεύοντος more adapted for attack, Philostr.Gym.34. Adv. -κῶς, ἔχειν Ath.9.401c; ὁ. ἔχειν πρός τι to be eager for a thing, Arist.HA572a8, Diocl.Fr. 141, Sor.1.38 : Comp. -κώτερον Arist.HA597a29.    II exciting, stimulating, Demetr.Ix. ap. Ath.3.74b ; φαντασία -κή creating appetition, Stoic.3.40.

German (Pape)

[Seite 382] zum Angriff gehörig, u. übertr., wonach strebend; ὁρμητικὴ δύναμις, Begehrungsvermögen, Tim. Locr. 102 e; πρός τι, Arist. H. A. 6, 18; auch = anreizend, den Reiz, Verlangen nach Etwas hervorrufend, Sp. – Auch adv.; ὁρμητικῶς ἔχειν, = σεύεσθαι, Ath. IX, 401 b; Arist. H. A. 6, 18 u. oft.

Greek (Liddell-Scott)

ὁρμητικός: -ή, -όν, (ὁρμάω) ὡς καὶ νῦν, πλήρης ὁρμῆς, ἐνέχων ὁρμήν, ἡ ὁρμ. δύναμις, ὄρεξις, Τίμ. Λοκρ. 102Ε· ὁρμ. πρός τι, ἔχων ὁρμήν, προθυμίαν, Ἀριστ. Προβλ. 2. 31, 2, πρβλ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 18, 25· τὸ ὁρμητικόν, ἡ ἀκάθεκτος ὁρμή, Πλούτ. 2. 1122Β. - Ἐπίρρ., ὁρμητικῶς ἔχειν Ἀθήν. 401C· ὁρμ. ἔχειν πρός τι, ἔχειν ὁρμήν, προθυμίαν πρός τι, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 6. 18, 8· συγκρ. –κώτερον, 8. 12, 7. ΙΙ. ἐρεθιστικός, διεγερτικός, Ἀθήν. 74Β.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui se porte avec ardeur ; abs. véhément, ardent, impétueux.
Étymologie: ὁρμάω.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ὁρμητικός, -ή, -όν) ορμώ
αυτός που εκδηλώνεται με ένταση, με δύναμη, σφοδρός
μσν.
(για έμβια όντα) αυτός που ενεργεί ή κινείται με ορμή, με βία
αρχ.
1. αυτός που έχει έντονη κλίση ή επιθυμία για κάτι
2. ερεθιστικός, διεγερτικός
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὁρμητικόν
ακάθεκτη ορμή.
επίρρ...
ορμητικώς και -ά (ΑΜ ὁρμητικῶς)
με ορμητικό, σφοδρό τρόπο
αρχ.
με έντονη κλίση ή τάση για κάτι.

Russian (Dvoretsky)

ὁρμητικός: дор. ὁρμᾱτικός 3
1) стремительный, тяготеющий: ἡ ὁρμητικὴ δύναμις Plat. стремление, тяготение;
2) стремящийся, охваченный желанием (πρός τι Arst., Plut.).