Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ορμητικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ὁρμητικός, -ή, -όν) ορμώ
αυτός που εκδηλώνεται με ένταση, με δύναμη, σφοδρός
μσν.
(για έμβια όντα) αυτός που ενεργεί ή κινείται με ορμή, με βία
αρχ.
1. αυτός που έχει έντονη κλίση ή επιθυμία για κάτι
2. ερεθιστικός, διεγερτικός
3. το ουδ. ως ουσ. τὸ ὁρμητικόν
ακάθεκτη ορμή.
επίρρ...
ορμητικώς και -ά (ΑΜ ὁρμητικῶς)
με ορμητικό, σφοδρό τρόπο
αρχ.
με έντονη κλίση ή τάση για κάτι.