ἐφάμερος: Difference between revisions

From LSJ

Oἷς ὁ βιος ἀεὶ φόβων καὶ ὑποψίας ἐστὶ πλήρης, τούτοις οὔτε πλοῦτος οὔτε δόξα τέρψιν παρέχει. → To those for whom life is always full of fears and suspicion, neither wealth nor fame offers pleasure.

Source
(15)
(4)
Line 21: Line 21:
{{grml
{{grml
|mltxt=[[ἐφάμερος]], -ον (Α)<br />δωρ. τ., <b>βλ.</b> [[ἐφήμερος]].
|mltxt=[[ἐφάμερος]], -ον (Α)<br />δωρ. τ., <b>βλ.</b> [[ἐφήμερος]].
}}
{{lsm
|lsmtext='''ἐφάμερος:''' ἐφ-ᾱμέριος, Δωρ. αντί <i>ἐφ-ήμ-</i>.
}}
}}

Revision as of 23:12, 30 December 2018

Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἐφάμερος Medium diacritics: ἐφάμερος Low diacritics: εφάμερος Capitals: ΕΦΑΜΕΡΟΣ
Transliteration A: ephámeros Transliteration B: ephameros Transliteration C: efameros Beta Code: e)fa/meros

English (LSJ)

ἐφᾱμέριος, Dor. for ἐφημ-.

German (Pape)

[Seite 1112] dor. = ἐφήμερος.

Greek (Liddell-Scott)

ἐφάμερος: ἐφᾱμέριος, Δωρ. ἀντὶ ἐφήμερος, ἐφημέριος.

English (Slater)

ἐφᾱμερος, -ιος; ἐπᾱμερος, -ιος (v. Forssman, 11ff., Fränkel, W & F, 23ff.)
   a adj.
   I by day καίπερ ἐφαμερίαν οὐκ εἰδότες οὐδὲ μετὰ νύκτας ἄμμε πότμος ἅντιν' ἔγραψε δραμεῖν ποτὶ στάθμαν (N. 6.6)
   II daily, i. e. of the day, day by day τερπνὸν ἐφάμερον διώκων (I. 7.40)
   b subs., creature of a day, mortal ἐπάμεροι (sc. εἰσὶν ἄνθρωποι) (P. 8.95) ὦ τάλας ἐφάμερε (Hermann: ἐφήμερε codd.: Silenos speaks to Olympos) fr. 157. ὦ πόποι, ο ἀπατᾶται φροντὶς ἐπαμερίων fr. 182.

Greek Monolingual

ἐφάμερος, -ον (Α)
δωρ. τ., βλ. ἐφήμερος.

Greek Monotonic

ἐφάμερος: ἐφ-ᾱμέριος, Δωρ. αντί ἐφ-ήμ-.